[Κατερίνα Αθανασίου]: θεωρητικά αναπτύγματα προς εξυπηρέτηση του εργαστηρίου



φωνήματα ανάλυσης και περιγραφής 

εναλλασσόμενων τρόπων με τους οποίους, η εικαστική γλώσσα μπορεί να προσομοιαστεί σε μια θεωρητική αντιληπτική της, πριν την ανατρέψει.


τα εργαστηριακά μαθήματα, γίνονται κάθε...

---------------------------------------------------------------------------------


Industrial soundscapes
on screen?


http://www.soundandmusic.org/features/sound-film/industrial-soundscapes-screen

Tacita Dean

Η εκβιομηχάνιση έχει αναδιαμορφώσει πλήρως την αστική ζωή, και οι συνακόλουθες πολλαπλές πραγματικότητες και φαντασιώσεις της «νεωτερικότητας», έχουν υποχρεώσει τους καλλιτέχνες σε μια εκ φύσεως συναισθητική ταύτιση του κοινωνικού με το αισθητικό

Στην απεικόνιση της βιομηχανικής παραγωγής, ο ήχος είναι ένα ζωτικό μέρος των απεικονίσεων.

Ωστόσο, ο ήχος της εκβιομηχάνισης έχει υποβιβαστεί ως λιγότερο σημαντικός όταν εξετάζονται παραστάσεις της αστικής ζωής,

Το μάτι παραμένει να έχει προνομιακή θέση.

Ο Derek Gregory επισημαίνει, «είναι ακόμα δυνατό να ακούσεις τα πνιχτά μουρμουρητά του πραγματικού, από τα ίχνη μιας παλαιότερης, και κατά κάποιο τρόπο πιο αυθεντικής καθημερινής ζωής, ανοίγοντας τον εαυτό σου στη μουσική της πόλης, με ρυθμούς που δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν από σειρές εικόνων » (1997, 204).

Οι ρυθμοί προφέρουν τον πλούτο του νοήματος που οι βιομηχανικοί χώροι μπορούν να επικαλεστούν, και ηχοτόπια σαν αυτά των βιομηχανικών χώρων που απεικονίζεται στο


http://www.youtube.com/watch?v=MHjV9GbeMw4


την Κόκκινη Έρημος του Αντονιόνι, http://www.youtube.com/watch?v=0uVPQG01JHk


και η Tacita Dean Kodak http://lockerz.com/u/20686322/decalz/7653277/tacita_dean_kodak


είναι σημαντικές περιπτώσεις του τρόπου που οι κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές θέσεις μπορούν να εκφράζονται μέσω του ήχου. Αυτές οι ταινίες απεικονίζουν την καθημερινή ζωή σε αυτούς τους χώρους, και του ήχου - πράγματι, ανεβάζοντας το ρόλο του - προκειμένου να εξετάσουν τις διαφορετικές πτυχές της βιομηχανικής παραγωγής και του τοπίου

Tacita Dean

Η μελέτη του 2006 της Tacita Dean του εργοστασίου της Kodak στο Chalon-sur-Saône, της Γαλλίας, πριν αυτό κλείσει τις εγκαταστάσεις παραγωγής του των 16 mm, είναι μια ελεγεία για ένα ενδιάμεσο μέσο που περνά.

Η όλη διαδικασία της κατασκευής φωτίζεται, μια σπάνια ευκαιρία από μόνη της, ως ένα καφέ κομμάτι χαρτί που φεύγει έτσι ώστε το σκοτάδι να είναι περιττό.

Ταξιδεύουμε μέσα στους χώρους του εργοστασίου, σαν να ακολουθούμε το υλικό του φιλμ να γίνεται, σε κάθε σκηνή και να συνοδεύεται από ήχους της μετατόπισης whirrs, βοής και clunks .

Ένας σταθερός κρυσταλλικός ήχος σαν στάδιο τ ης δραστηριότητας την οποία η Dean συλλαμβάνει σαν τις ήρεμες πτυχές των μηχανημάτων που εκτελούν επαναλαμβανόμενες ενέργειες.

The sonic world of productivity, always in movement, is somewhat reassuring. This quiet invocation of the imaginative geography of the factory is entwined with a nostalgic vision of production; the human touch still has a place here, and Dean carefully observes the craftsmanship involved.

Ο ηχητικός κόσμος της παραγωγικότητας, πάντα σε κίνηση, είναι κάπως καθησυχαστικό. Αυτή η ήσυχη επίκληση της φαντασίας στη γεωγραφία του εργοστασίου είναι συνυφασμένη με ένα νοσταλγικό όραμα της παραγωγής.

Το ανθρώπινο άγγιγμα εξακολουθεί να έχει μια θέση εδώ, και η Dean παρατηρεί προσεκτικά τη δεξιοτεχνία στην οποία εμπλέκονται.

Η κοινωνική ζωή του εργοστασίου υπονοεί πολλά.

The social life of the factory is hinted at too;

workers leaving the floor are pre-empted by flapping plastic file curtains, conversation in corridors by whistles and chatter echoing through the hallways. This is a stark contrast to dystopian depictions of the Machine Age, where the voices of machines, with their roars and groans, deafened workers into silent submission.

Εργαζόμενοι που φεύγουν από το δάπεδο είναι προαναγγελμένο από το χτύπημα της πλαστικής κουρτίνας, συνομιλία σε διαδρόμους με σφυρίχτρες και φλυαρία αντηχεί μέσα στους διαδρόμους. Αυτή είναι μια έντονη αντίθεση με δυστοπική απεικόνιση της εποχής του μηχανήματος, όπου οι φωνές των μηχανών, με τους βρυχηθμούς και βογκητά, κωφούς τους εργαζόμενους σε σιωπηλή υποταγή.

The most stunning parts of Kodak are concerned with capturing the beauty of production itself, scenes that are to disappear and that have to be catalogued and exposed before they are lost.

However familiar they seem now, the sound of these machines will soon be gone, and perhaps this is an attempt at preservation akin to the BBC sound effects vinyl series: an exercise in audiovisual archival, an essay on obsolescence.Kodak is a subtle statement on the shifting modes of industrial production positioned in a time of flux for analogue production, and Dean herself is at the forefront of a political campaign to save 16mm film manufacture.

In Kodak we enter into the belly of this beast, we are shown the interior of the industrial site and the ways in which it is a world in itself, not merely a belching exterior. Dean exposes the artfulness of production, visibilising the invisible, rendering it beautiful. The machines dance in sound; they twirl, creak, glide, and tap from one section to another.

Τα πιο εντυπωσιακά μέρη της Kodak αιχμαλωτίζουν την ομορφιά της ίδιας της παραγωγής, σκηνές που πρόκειται να εξαφανιστούν και που πρέπει να καταγραφούν και να εκτεθούν πριν χαθούν.

Ωστόσο οικείοι φαίνονται, οι ήχοι των μηχανών αυτών που σύντομα θα φύγουν, και ίσως αυτό να είναι μια προσπάθεια διατήρησης, που μοιάζει με τον ήχο του BBC εφέ σειρά βινυλίου: μια άσκηση στο πλαίσιο των οπτικοακουστικών αρχείων, ένα δοκίμιο για την απαρχαίωση της Kodak, μια λεπτή δήλωση σχετικά με οι τρόποι μετατόπιση της βιομηχανικής παραγωγής τοποθετημένη σε ένα χρόνο ροής που μας μεταφέρει σ την αναλογική παραγωγή, και η Dean είναι στην πρώτη γραμμή της πολιτικής εκστρατείας για να σώσει την κατασκευή φιλμ των 16 χιλιοστών.

Στην Kodak μπαίνουμε στην κοιλιά του κτήνους αυτού. Έχουμε δείξει το εσωτερικό του βιομηχανικού χώρου και τους τρόπους με τους οποίους είναι ένας κόσμος από μόνη της. Η Dean αποκαλύπτει την πανουργία της παραγωγής, φανερώνοντας το αόρατο, τη καθιστά όμορφη. Ο χορός των μηχανημάτων στον ήχο? Που στριφογυρίζουν, τρίζουν, γλιστρούν, και ρέουν, από το ένα τμήμα στο άλλο.

http://www.tate.org.uk/research/publications/tate-papers/cinematic-drawing-digital-age



Tacita Dean, courtesy Frith Street Gallery, London and Marian Goodman Gallery, New York/Paris
Ship of Death belongs to a portfolio of twenty black and white photogravures with etching collectively entitled The Russian Ending. The portfolio was printed by Niels Borch Jensen, Copenhagen and published by Peter Blum Editions, New York in an edition of thirty-five; Tate’s copy is the fifth of ten artist’s proofs. Each image in the portfolio is derived from a postcard collected by the artist in her visits to European flea markets. Most of the images depict accidents and disasters, both man-made and natural. Superimposed on each image are white handwritten notes in the style of film directions with instructions for lighting, sound and camera movements, suggesting that the each picture is the working note for a film. The title of the series is taken from a convention in the early years of the Danish film industry when each film was produced in two versions, one with a happy ending for the American market, the other with a tragic ending for Russian audiences. Dean’s interventions encourage viewers to formulate narratives leading up to the tragic denouements in the prints, engaging and implicating the audience in the creative process.


Dean’s interest in narrative and the mechanisms of the film industry are also evident in her other work. Her installation Foley Artist, 1996 (Tate T07870) depicts cinematic sound engineers recording acoustic effects for a short soundtrack. The Roaring Forties: Seven Boards in Seven Days, 1997 (Tate T07613) is a series of chalkboard drawings that use the conventions of the filmic storyboard to suggest dramatic events taking place in tempestuous waters of the southern Atlantic Ocean. The Uncles, 2004 (collection of the artist) is a film about the artist’s own family connections to the first two Chief Executives of Ealing Studios, Basil Dean (1888-1978; Chief Executive 1931-37) and Michael Balcon (1896-1977; Chief Executive 1937-59).

The grainy black and white source image for Ship of Death shows a waterlogged boat in a stormy sea. Water cascades over the sides of the vessel, and the violent pitch of the waves has rendered the mast a dark blur. In its impressionistic depiction of a tempestuous seascape the photograph recalls the work of Joseph Mallord William Turner (1775-1851; see A Disaster at Sea, circa 1835, Tate N00558). The image also relates to Dean’s own fascination with adventures and misadventures at sea (see Disappearance at Sea, 1996, Tate T07455).

Dean’s notations superimposed on the found image emphasise the fiction that the picture is the still from a film. At the top left corner are the words ‘last scene’ and the work’s title. A shrouded figure is highlighted with the legend ‘ferryman’. ‘Slow movement’ suggests a long camera pan across the scene. The bottom right corner includes more allusive references to the image. The water is labeled ‘Styx’ and an arrow pointing off towards the right bearing the words ‘exit’ and ‘Hades’ suggests the ship’s descent to the underworld. The phrases ‘bye bye’, ‘it’s over’, ‘whence they say that no man ever returns’ and ‘end’ reinforce the finality of the ship’s fate.



Tacita Dean, courtesy Frith Street Gallery, London and Marian Goodman Gallery, New York/Paris

ανεπίσημη μετάφραση μερών κειμένου: Κατερίνα Αθανασίου

ΛΕΞΙΚΟ/ LEXICON (work in progress)

Άμορφο/ Informe I
Αυτό που δεν έχει σαφή μορφή, ή σχήμα, που για τον Bataille (περιοδικό Documents)
μοιάζει με την έκκριση, το πτύελο, ελκύοντας τα πάντα προς τα κάτω (bassesse), προς
τη βάση της υλικής τους υπόστασης και τα διαταραγμένα θεμέλια της γλώσσας.
Art and architecture is about form. (Visual shape is a metaphor for conceptual form
ecc) But in the course of the twentieth century, this very notion (form) has become
suspect. This situation creates an interesting challenge: to find a form for
formlessness, to show the form that has no form. Below we list some of the forms of
formlessness that have been explored. Bataille's definition of informe posits the
formlessness of the world as implying its intrinsic worthlessness as well as the
unredeemable futility of our thinking about it. He uses the notion of "form" in an
abstract, philosophical sense which is at best obliquely related to the notion of visual
form –– but his evocative visual metaphors resonate strongly with a certain strand in
the art of Dada and Surrealism: ". . . un terme servant à déclasser, exigeant
généralement que chaque chose ait sa forme. Ce qu'il désigne n'a ses droits dans
acucun sens et se fait écraser partout comme une araignée ou un ver de terre. Il
faudrait en effet, pour que les hommes académiques soient contents, que l'univers
prenne forme. La philosophie entière n'a pas d'autre but: il s'agit de donner un
redingote à ce qui est, une redingote mathématique. Par contre affirmer que l' univers
ne ressemble à rien et n'est qu' informe revient à dire que l'univers est quelque chose
comme une araignée ou un crachat."
(Documents 7 (December 1929), p. 382, στο Georges Bataille: Oeuvres Complètes I. Paris: Gallimard,
1970. Georges Bataille: Visions of Excess. Selected Writings, 1927-1939. Minneapolis: University of
Minnesota Press, 1985 και Yve-Alain Bois, Rosalind Krauss, L'Informe: mode d'emploi, Centre
Georges Pompidou, Paris 1996.)
Άμορφο/ Informe II
Η ανθρωπολόγος Mary Douglas ανατρέχει στην έννοια της ύλης για να μας εισάγει
στον κόσμο του καθαρού και του βρόμικου: «Αν μπορέσουμε να αφαιρέσουμε την
παθογένεια και την υγιεινή από την αντίληψή μας για τη βρομιά, μένουμε με τον
παλιό ορισμό της βρομιάς ως ύλης εκτός τόπου. Αυτή είναι μια πολύ πλούσια σε
ιδέες προσέγγιση. Υποδηλώνει δύο προϋποθέσεις: ένα σύνολο από τακτοποιημένες
σχέσεις και μια παράβαση αυτής της τάξης. Η βρομιά επομένως δεν είναι ποτέ ένα
μεμονωμένο, απομονωμένο συμβάν. Όπου υπάρχει βρομιά, υπάρχει σύστημα. Η
βρομιά είναι το υποπροϊόν μιας συστηματικής τακτοποίησης και ταξινόμησης της
ύλης, στο βαθμό που η τακτοποίηση συνεπάγεται την απόρριψη των ακατάλληλων
στοιχείων. Αυτή η αντίληψη για τη βρομιά μας οδηγεί κατευθείαν στο πεδίο του
συμβολισμού και προμηνύει τη διασύνδεση με άλλα πιο προφανή συμβολικά
συστήματα καθαρότητας» «Order
implies restriction; from all possible materials, a limited selection has been made and
from all possible relations a limited set has been used. So disorder by implication is
unlimited, no pattern has been realised in it, but its potential for patterning is
indefinite. This is why, though we seek to create order, we do not simply condemn
disorder. We recognise that it is destructive to existing patterns; also that it has
potentiality. It symbolises both danger and power.
(Mary Douglas: Purity and Danger. An Analysis of Concepts of Pollution and Taboo. London:
Routledge & Kegan Paul, 1966, p. 94, ελλ. μτφρ. Καθαρότητα και Κίνδυνος. Κοσμική Μίανση, στο
συλλογικό τόμο Τα Όρια του Σώματος-Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δήμητρα,
μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος,
Νήσος, Αθήνα, 2004)
Αντι-μορφή/ Anti-form.
An imprecise term, originating in the late 1960s, applied to certain types of works that
react against traditional forms, materials, and methods of artistic creation. Robert
Morris, who wrote an article entitled “Anti-Form” in the April 1968 issue of Artforum
(vol. 6, 1968, pp. 33-35) defined the term—somewhat opaquely—as an ‘attempt to
contradict one's taste'. The basic elements of Anti-Form works are the properties of
the objects themselves: form, surface, dimensions. Particular attention is reserved for
the whole, with a deliberately summary approach to details, as occurs too with
Minimal Art. In substance, the materials used, the geometry of the works, the very
gestures of the action almost never belong to artistic tradition and are similar to those
of arte povera and Minimal Art. Various materials may be used in the works but the
operations are always associated with the exhibition context. The chosen space is an
integral part of the work, which sometimes attains monumental dimensions: the idea
of the installation takes form.
The Anti-Form artists often use industrial or building materials, such as steel, glassfibre,
rubber, plywood and waste material, on which they effect simple actions
(cutting it or making it fall from a height). Examples of this include Morris’s “felts”,
strips of cut fabric, the remains of industrial processes, which the artist handles in
various ways, in accordance with a composition of a strict complexity although the
result of many single irregular elements. Anti-Form works do not develop from
precise programmed aims, as every type of manipulation could alter its meaning. The
artist is not required to have any particular ability and his work is totally superfluous,
because the aim is solely to make the semantic properties of the objects to emerge,
which are left free to follow the form that is natural to them: the work thus acquires an
anti-form, a form that is not established a priori, that alludes to nothing and that the
observer can analyse by effecting his own logical conclusions.
In the summer of 1967, Morris began to purchase rectangular sheets of industrial felt
and cut into them with a series of straight lines. When suspended, the strips of felt
would tumble from their own weight. Morris wanted to question the fixed geometric
shapes of Minimalist sculpture and the way Minimalism imposed order on materials.
As he wrote in his essay ‘Anti-Form’, the alternative was to let materials determine
their own shape. This meant relinquishing control of the final appearance: each time
this work is displayed, its precise arrangement will change
Morris helped to define the principles of Minimal art, writing important articles on the
subject, he was also an innovator in tempering the often severe appearance of
Minimalism with a new plasticity—a literal softness. In his works, he subjected sheets
of thick industrial felt to basic formal procedures (a series of parallel cuts, say,
followed by hanging, piling, or even dropping in a tangle), then accepted whatever
shape they took as the work of art. In this way he left the overall configuration of the
work (a configuration he imagined as temporary) to the medium itself. "Random
piling, loose stacking, hanging, give passing form to material," Morris wrote. "Chance
is accepted and indeterminacy is implied. . . . Disengagement with preconceived
enduring forms and orders for things is a positive assertion."
His work emphasizes the process of its making and the qualities of its material. But
even if Morris was trying to avoid making form a "prescribed end," as a
compositional scheme, the work has both formal elegance and psychological
suggestiveness: the order and symmetry of the cut cloth is belied by the graceful sag
at the top. In fact, a work produced by rigorous aesthetic theory ends up evoking the
human figure. "Felt has anatomical associations," Morris has said, "it relates to the
body—it's skinlike."
Αντίστροφο ερείπιο
Το ερείπιο που εμπεριέχεται δυνητικά σε κάθε διεργασία μεταβολής του
περιβάλλοντος και όχι το ερείπιο που δημιουργείτε στο πέρασμα του χρόνου. Ο
Robert Smithson αναφέρεται σε μια φράση του Ναμπόκοφ: Το μέλλον δεν είναι παρά
το πεπαλαιωμένο ιδωμένο αντίστροφα. Τα «νέα μνημεία» του τοπίου «αντί να μας
θυμίζουν το παρελθόν μοιάζει να μας κάνουν να λησμονούμε το μέλλον…Και αυτό
το είδος χρόνου δεν έχει χώρο· είναι στατικό και ακίνητο». Αν -όπως μας έδειξε ο
Walter Benjamin στo Passagenwerk τα ερείπια και τα υλικά τεκμήρια των πόλεων
αποτελούν δείκτες των σύνθετων μηχανισμών της μνήμης, τα «αντίστροφα ερείπια»
συνιστούν προανάκρουσμα μιας νέας χωρο-χρονικής διάστασης και μιας
«υπερκειμενικής» ανάγνωσης της πόλης. Ο Smithson προτείνει ένα σύνθετο σύστημα
αναπαραστάσεων, χαρτογραφήσεων, συλλογών, ψυχολογικών μεταβιβάσεων,
μεταθέσεων και συνδέσεων που μας δίνουν τη δυνατότητα να αποκαλέσουμε μια
τέτοια ανάγνωση εργαστήριο
Αντι-Ύλη/ Anti-Matter
Some time later, Pinot Gallizio developed a plan for ‘Industrial Painting’, in effect a
re-functioning of both painting and the assembly-line by yoking both together. He
devised a kind of Heath Robinson machine which, using industrial paints, could cover
rolls of canvas fed through it with arbitrary spatters of paint. In some ways, of course,
it was intended as a conceptual re-functioning of Jackson Pollock, inserting his style
of painting into an absurd industrial context. Pinot Gallizio then developed the idea by
suggesting that immense rolls of industrial painting could be used as road-surfaces
on the autostrada, until Italy’s motorways were all paved with Abstract
Expressionism. More modestly, Pinot Gallizio actually constructed a ‘Cavern of
Anti-Matter’ with his industrial paintings forming the walls and ceilings, creating a
cavern or grotto that was an entirely man-made—or rather, machine-made—painterly
environment. I found it a strange experience standing there, when it was reconstructed
in the Beaubourg after Gallizio’s son found the original rolls, stored away in a cellar. I
felt there had been a re-functioning of painting, not simply as architecture, but even as
nature, as the cavern walls sagged and seemed to be covered with some strange
deposit, about to crumble or drip.
Άπειρο
Το σύμπαν δεν είναι περιορισμένο σε καμία του κατεύθυνση Γιατί αν ήταν, θα πρεπε
να έχει κάποιο άκρο. Όμως το βλέπουμε πως ένα πράγμα δεν μπορεί κάπου να
τελειώνει, αν δεν υπάρχει κάτι πέρα απ' αυτό που να το περιορίζει, έτσι που να
φαίνεται πως υπάρχει κάποιο σημείο που η όρασή μας δεν μπορεί να ξεπεράσει. Κι
αφού θα πρέπει να τ' ομολογήσουμε πως πέρα από το Όλον τίποτα δεν υπάρχει, το
Όλον δεν έχει άκρο, άρα δεν έχει τέρμα. Και δεν έχει σημασία σε ποια περιοχή του
σύμπαντος θα σταθείς· σε ποιο σημείο και να βρίσκεται κανείς, το σύμπαν εκτείνεται
εξίσου άπειρο προς κάθε κατεύθυνση […]
Κι ακόμα, αν όλο το διάστημα του σύμπαντος είναι κλεισμένο από παντού μέσα σε
καθορισμένα όρια κι ήταν πεπερασμένο, όλο το απόθεμα της ύλης από παντού θα είχε
συρρεύσει στα τρίσβαθα εξαιτίας του βάρους των στερεών, και τίποτε δε θα ‘ταν
δυνατό να συμβεί κάτω από τον ουράνιο θόλο· ούτε καν ουρανός δεν θα υπήρχε μήτε
φως του ήλιου, αφού ολόκληρη η ύλη, ήδη επί αιώνες στοιβαγμένη, θα ήταν μια
αδρανής μάζα. Όπως έχουν τα πράγματα όμως, τα αρχικά στοιχεία των σωμάτων δεν
έχουν ησυχία, αφού δεν υπάρχει κανένα «τρίσβαθο» πουθενά, όπου θα μπορούσαν να
συγκεντρωθούν και να μείνουν. Τα πάντα βρίσκονται συνεχώς σε αέναη κίνηση
παντού σ’ όλα τα μέρη, και τα σωματίδια δεν παύουν να εφοδιάζουν υπογείως την
ύλη, εξορμώντας μέσα από το άπειρο.
Μου ‘ρχεται στο νου μια πιστή αναπαράσταση αυτού του πράγματος, μια εικόνα που
καθημερινά βλέπουμε να ξετυλίγεται μπρος στα μάτια μας. Πρόσεξε, κάθε φορά που
τρυπώνουν οι ακτίνες του ήλιου και ρίχνουν το φως τους μες στο σκοτάδι των
σπιτιών μας: θα δεις πολλά μικροσκοπικά σωματίδια να αναδεύονται με χίλιους δυο
τρόπους στο κενό που φωτίζει η ακτίνα· σαν να μπλέχτηκαν σε αγώνα ασταμάτητο,
συγκρούονται και μάχονται κατά σμήνη χωρίς ανάπαυλα καμιά, ξεσηκωμένα από
απανωτές συγκρούσεις και απωθήσεις. Απ' αυτό μπορείς να πάρεις μια ιδέα για το
πώς μοιάζει αέναη και αδιάκοπη κίνηση των αρχικών στοιχείων στο απέραντο κενό -
στο βαθμό που μπορεί ένα μικρό γεγονός να μας δώσει μια ιδέα για τα μεγαλύτερα
και να φωτίσει τα χνάρια που οδηγούν στη γνώση τους.
Αξίζει να δώσεις προσοχή σε τούτα τα σωματίδια που βλέπεις να στροβιλίζονται στις
ακτίνες του ήλιου, για τον εξής επίσης λόγο: αυτή η αναταραχή τους φανερώνει πως
και η ύλη κρύβει μέσα τις μυστικές και αθέατες κινήσεις. Γιατί θα δεις πολλά μόρια
σκόνης σπρωγμένα από αθέατα χτυπήματα να αλλάζουν πορεία και ωθούμενα προς
τα πίσω να επιστρέφουν, πότε έτσι πότε αλλιώς, προς κάθε κατεύθυνση. Κι είναι
φανερό πως όλη τούτη η περιπλάνηση οφείλεται στα άτομα. Καταρχάς, τα άτομα
κινούνται έτσι κι αλλιώς από μόνα τους· στη συνέχεια, με αθέατα χτυπήματα, θέτουν
σε κίνηση τις μικρότερες ατομικές ενώσεις, που έχουν, θα λέγαμε, δύναμη
παραπλήσια με αυτή των ατόμων· αυτές οι ενώσεις με τη σειρά τους μεταδίδουν την
κίνηση σε άλλες, κάπως μεγαλύτερες. Έτσι η κίνηση, με αφετηρία της τα άτομα,
αρχίζει ν΄ανεβαίνει και να φτάνει σταδιακά και στη δική μας αντίληψη· μεταδίδεται
τελικά και στα σωματίδια που μπορούμε να διακρίνουμε στο φως του ήλιου, χωρίς
όμως να αποκαλύπτει τα χτυπήματα που την προκαλούν.[…]
Πάνω στο θέμα αυτό θέλω να σου δώσω να καταλάβεις κάτι ακόμη: όταν τα άτομα
φέρονται από το ίδιο τους το βάρος μες στο κενό, σε στιγμές ακαθόριστες και σε
τόπους ακαθόριστους παρεκκλίνουν κάπως από την τροχιά τους, τόσο μόνο, όσο που
να μπορείς να πεις ότι διαφοροποιήθηκε η κίνησή τους. Αν δεν υπήρχε αυτή η
παρέκκλιση, όλα τα άτομα θα έπεφταν σα σταγόνες βροχής στα τρίσβαθα του κενού,
και δεν θα προέκυπτε καμία επαφή, καμία πρόσκρουση μεταξύ των αρχικών
στοιχείων, κι έτσι η φύση δε θα δημιουργούσε τίποτα.
Λουκρήτιος, Για την Φύση των Πραγμάτων, μτφρ. Θ. Αντωνιάδης, Ρ. Χαμέτη, Αθήνα 2005



Αυτόματη γραφή

Ο υπερρεαλιστικός αυτοματισμός αποτελεί τη διαδικασία γραφής ή σχεδίασης κατά

την οποία ο δημιουργός λειτουργεί αυθόρμητα, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο το
ασυνείδητο, χωρίς κανένα στοιχείο αυτολογοκρισίας ή ήθικού και αισθητικού
περιορισμού. Ο αυτοματισμός αναπτύχθηκε κυρίως στη γραφή και τη ζωγραφική. Η
αυτόματη γραφή προέρχεται από τον μυστικιστικό αυτοματισμό και ειδικότερα την
πρακτική των μελλοντολόγων κατά την οποία, όπως ισχυρίζονται, καταγράφουν τα
μηνύματα που λαμβάνουν από πνεύματα. Πρόκειται για φαινόμενο αυτοματισμού
όπου η γραφή, όπως λέγεται, «οδηγείται» από κάποια οντότητα, ή το ασυνείδητο,
καθώς το υποκείμενο βρίσκεται σε σχεδόν σε έκσταση (Γι αυτό και μερικές φορές
ονομάζεται και «εκστατική γραφή»).
Στην περίπτωση του σουρεαλισμού ωστόσο, αποτελεί απλά μέσο έκφρασης του
ασυνειδήτου, μέσω της χρήσης λέξεων με τυχαίο και αυθόρμητο τρόπο,
επιτυγχάνοντας έτσι τη δημιουργία παράλογων και φανταστικών εικόνων, χωρίς
απαραίτητα λογική σύνδεση μεταξύ τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα
αυτόματης γραφής αποτελούν τα Μαγνητικά Πεδία των Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ
Σουπώ, το πρώτο αμιγώς αυτόματο υπερρεαλιστικό κείμενο. Στο σχέδιο, η αυτόματη
μέθοδος συνίσταται σε ένα είδος τυχαίας μετακίνησης του πινέλου πάνω στο χαρτί.
Στο σημείο αυτό, χρειάζεται ωστόσο μια διευκρίνιση, όπως επεσήμανε ο Ανδρέας
Καραντώνης: «υπερρεαλισμός δεν εστράφη εναντίον της λογικής αυτής καθ’ εαυτής,
ως ενός τρόπου μαθηματικών και συμπερασματικών του σκέπτεσθαι, δηλαδή, δεν
εστράφη εναντίον της αλληλουχίας των εννοιών, όσον εστράφη εναντίον των
διαφόρων κανόνων και δογμάτων που είχαν θεσπισθή διά μέσου των αιώνων γύρω
από τα θέματα της εσωτερικής μας και της πνευματικής ζωής και τα της τέχνης,
βέβαια, τα οποία είχαν δημιουργήσει φραγμούς και εμπόδιζαν τον καλλιτέχνη να
ανακαλύψη τον εαυτόν του και τον υπεχρέωναν να επαναλαμβάνη άλλους, ή να είναι
μαθητής μιας κάποιας παραδόσεως, με ελάχιστες δικές του προσθήκες.»
Στην Ελλάδα, η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου αποτελεί ίσως το μοναδικό
κείμενο αυτόματης γραφής. Ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος έλεγε σε ραδιοφωνική
συζήτηση με το Νίκο Γκάτσο και τον Ανδρέα Καραντώνη το Σεπτέμβριο του 1960: «
Η αυτόματος γραφή είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του υπερρεαλισμού. Ο
αμεσώτερος τρόπος εκφράσεως, μπορούμε να πούμε. Ένας τρόπος εκφράσεως που
για να γίνη νοητός πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας τους αποκρύφους μηχανισμούς
του ονείρου, που μας απεκάλυψε ο Φρόϋντ. Όπως είς τα όνειρα, έτσι και στην
αυτόματη γραφή βλέπουμε να έρχουνται στην επιφάνεια στοιχεία, τα οποία άνευ του
υπερρεαλισμού, θα ήτο αδύνατο να αξιοποιηθούν υπό την γνησίαν μορφήν τους, διότι
υπάρχουν πολλοί πρόδρομοι, οι οποίοι σε ωρισμένα σημεία ή σε επί μέρους στοιχεία
παρουσίασαν υπερρεαλιστικότητα. Αλλά δια να εννοήσωμεν την καθ’ αυτού
υπερρεαλιστικήν έκφρασιν πρέπει να αναφερθούμε και να θυμηθούμε, ότι εκεί που
ένας συγγραφεύς χρησιμοποίησε την λογικήν και τον λογικόν ειρμόν, ο
υπερρεαλιστής έκανε ακριβώς το αντίθετο, παραμερίζων πάσαν επίδρασιν
προερχομένην από την λογικήν ή από έννοιες ηθικής μορφής ή αισθητικής. Στο
σημείο αυτό βλέπουμε ότι ο υπερρεαλισμός ή μάλλον η αυτόματη γραφή,
παρουσιάζει μίαν συγγένεια, με τον μηχανισμόν των ονείρων. Γιατί τι συμβαίνει στα
όνειρα; Ό,τι είν’ απωθημένο στο ασυνείδητό μας, όπως εις τα όνειρα βλέπουμε να
τείνουν να εκφρασθούν και να εκφράζωνται εν τέλει μετημφιεσμένοι οι μύθοι, έτσι
και εις την αυτόματον γραφήν βλέπουμε να έρχωνται στην επιφάνεια στοιχεία, που
αλλοιώς, αν δεν αφηνώμεθα σε αυτήν την κατάστασι του αυτοματισμού, δια μιας
επεμβάσεως λογικής ή ηθικής, θα παραμερίζοντο» (Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα,
1961)
For paranormal writing technique, see Automatic writing (-Automatic writing is the
process or production of writing material that does not come from the conscious
thoughts of the writer. Practitioners say that the writer's hand forms the message, with
the person being unaware of what will be written. In some cases, it is done by people
in a trance state. In others, the writer is aware (not in a trance) of their surroundings
but not of the actions of their writing hand)
For method of writing and educational technique, see Free writing.
Automatism has taken on many forms: the automatic writing and drawing initially
(and still to this day) practiced by surrealists can be compared to similar, or perhaps
parallel phenomena, such as the non-idiomatic improvisation of free jazz. Surrealist
automatism is different from mediumistic automatism, from which the term was
inspired. Ghosts, spirits or the like are not purported to be the source of surrealist
automatic messages.
"Pure psychic automatism" was how André Breton defined surrealism, and while the
definition has proved capable of significant expansion, automatism remains of prime
importance in the movement. In 1919 Breton and Philippe Soupault wrote the first
automatic book, Les Champs Magnétiques, while The Automatic Message (1933) was
one of Breton's significant theoretical works about automatism.
Some Romanian surrealists invented a number of surrealist techniques (such as
cubomania, entoptic graphomania, and the movement of liquid down a vertical
surface) that purported to take automatism to an absurd point, and the name given,
"surautomatism", implies that the methods "go beyond" automatism, but this
position is controversial.
Automatic drawing (distinguished from drawn expression of mediums) was
developed by the surrealists, as a means of expressing the subconscious. In automatic
drawing, the hand is allowed to move 'randomly' across the paper. In applying chance
and accident to mark-making, drawing is to a large extent freed of rational control.
Hence the drawing produced may be attributed in part to the subconscious and may
reveal something of the psyche, which would otherwise be repressed. Examples of
automatic drawing were produced by mediums and practitioners of the psychic arts. It
was thought by some Spiritualists to be a spirit control that was producing the
drawing whilst physically taking control of the medium's body.
Automatic drawing was pioneered by André Masson. Artists who practised automatic
drawing include Joan Miró, Salvador Dalí, Jean Arp and André Breton. The technique
was transferred to painting (as seen in Miró's paintings which often started out as
automatic drawings), and has been adapted to other media; there have even been
automatic "drawings" in computer graphics. Pablo Picasso was also thought to have
expressed a type of automatic drawing in his later work, and particularly in his
etchings and lithographic suites of the 1960s.
Most of the surrealists' automatic drawings were illusionistic, or more precisely, they
developed into such drawings when representational forms seemed to suggest
themselves. In the 1940s and 1950s the French-Canadian group called Les
Automatistes pursued creative work (chiefly painting) based on surrealist principles.
They abandoned any trace of representation in their use of automatic drawing. This is
perhaps a more pure form of automatic drawing since it can be almost entirely
involuntary - to develop a representational form requires the conscious mind to take
over the process of drawing, unless it is entirely accidental and thus incidental. These
artists, led by Paul-Emile Borduas, sought to proclaim an entity of universal values
and ethics proclaimed in their manifesto Refus Global.
As alluded to above, surrealist artists often found that their use of 'automatic drawing'
was not entirely automatic, rather it involved some form of conscious intervention to
make the image or painting visually acceptable or comprehensible, "...Masson
admitted that his 'automatic' imagery involved a two-fold process of unconscious and
conscious activity...."
The computer, like the typewriter, can be used to produce automatic writing and
automatic poetry. The practice of automatic drawing, originally performed with pencil
or pen and paper, has also been adapted to mouse and monitor, and other automatic
methods have also been either adapted from non-digital media, or invented
specifically for the computer. For instance, filters have been automatically run in
some bitmap editor programs such as Photoshop and The GIMP, and computercontrolled
brushes have been used to "simulate" automatism.

Αυτόματη γραφή και ανασκαφή


Ο Bligh Bond, αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και ερευνητής και περίφημος συγγραφέας

του βιβλίου ''The gates of remembrance'' (1918) υποστήριζε ότι έκανε τις ανασκαφές
στο Glastonbury Abbey στην Αγγλία ύπο την καθοδήγηση του πνεύματος του
μοναχού Johannes Bryannt που έζησε από το 1497 μέχρι το 1533. Το μοναστήρι αυτό
ήταν από τα πιο πλούσια στην Αγγλία,αλλά στα μέσα του 16ου καταστράφηκε
παντελώς..Στις αρχές του 20ου αιώνα η εκκλησία ανέθεσε στον Bligh Bond (ο οποίος
ήταν μέλος του περίφημου ghost club-από τις παλαιότερες οργανώσεις
πνευματιστικών πειραμάτων ) να διενεργήσει τις ανασκαφές καθώς είχε ένα
εξαιρετικό χάρισμα των επιτυχημένων ανασκαφών χωρίς σημαντικές απώλειες.
Ο ίδιος θέλησε πριν ξεκινήσει τις ανασκαφές να βρει μερικές πληροφορίες για το πού
θα έσκαβε με τη βοήθεια της αυτόματης γραφής.
Χρησιμοποίησε κάποια μέντιουμ από την εταιρία για τα πειράματά του με την
αυτόματη γραφή.Το μέντιουμ κρατούσε ένα μολύβι, ο ίδιος έβαζε τα δύο του δάχτυλα
στο χέρι του μέντιουμ και έκανε ερωτήσεις..δεχόταν πολλά μυνήματα.επίσηςείχε
φροντίσει να έχει και μαρτυρες παρόντες. επικοινώνησαν και με το πνεύμα ενός από
αυτούς που κατασκεύασαν το μοναστήρι, ο οποίος τους έδωσε πληροφορίες. Το
μοναστήρι τους είπε έχει ιερή γεωμετρία, [ιερούς αριθμούς] και το κλειδί ήταν
χαραγμένο σε ένα μαρμαρινό δάπεδο..μετά από πολλά πειράματα και επικοινωνίες με
τα πνεύματα εξεδωσε το φοβερό βιβλίο για τις πύλες της μνήμης όπου έγραφε τα
μυνήματα από την επικοινωνία μαζί τους.



Η αξιολόγηση εννοιών στις Φυσικές Επιστήμες


Οι ερωτήσεις που αξιολογούν έννοιες στηρίζονται:

Στην αναδιάταξη γεγονότων ή αντικειμένων από τυχαία σε κανονική σειρά, 
με γνώμονα μια συγκεκριμένη έννοια.
Στην ερμηνεία ενός φαινομένου που περιγράφεται, 
με την επίκληση μιας επιστημονικής έννοιας. 
Στον προσδιορισμό μιας σχέσης ανάμεσα σε διαθέσιμα στοιχεία με βάση μία έννοια .

Στη διαμόρφωση και τη δικαιολόγηση μιας πρόβλεψης με τη βοήθεια μιας  
επιστημονικής έννοιας.
Στην αναγνώριση ενός συγκεκριμένου σώματος ή φαινομένου 
με τη βοήθεια των ιδιοτήτων του.

Χριστίνα Κατσιαδάκη


Το βήµα της µούσας

Ο Μίλτος είναι ένας νεαρός µουσικός που
ζει σε ένα ηµιυπόγειο διαµέρισµα. Η
έµπνευσή του προέρχεται από µια κοπέλα
που περνάει κάθε µέρα έξω από το
παράθυρό του. ∆εν την έχει δει ποτέ, όµως
γράφει ένα µουσικό κοµµάτι εµπνευσµένο
από τα βήµατά της. Θα τολµήσει ποτέ να
βγει και να τη γνωρίσει από κοντά;

Christina Katsiadaki
Marching muse
Miltos is a young musician that lives in a
semi-basement apartment. His inspiration is a girl that he sees every day passing outside his window. He has never
seen her face, but he writes a musical
piece which is inspired by her steps. Will
he ever dare go outside and meet her



Φίλιππος Μπουραΐµης



Παντοµίµα
Η ιδέα της ταινίας ξεκίνησε την εποχή που
έκανα κι εγώ παντοµίµα, έζησα τη ζωή
αυτών των ανθρώπων και ήθελα να δείξω
προς τα έξω πως αυτό το τόσο
επικοινωνιακό επάγγελµα είναι εντέλει
τόσο µοναχικό.

Philippos Bouraimis
The mime
The idea to make this film came to me at
the time that I was doing pantomime. I
personally lived the lives of those people
and I wanted to show how this communicative profession can be so lonely




Katerina Athanasiou:  ένα μικρό σενάριο..ίσως και ένα στιγμιαίο μικρό μανιφέστο..?

 ή ένας γραπτός χάρτης?




«Μανιφέστο του Φουτουρισμού»


Σαν σήμερα, στις 20 Φεβρουαρίου του 1909, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Figaro» το «Μανιφέστο του Φουτουρισμού» από τον Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι. Βασική του αρχή είναι πως πρέπει να αφήσουμε το ρομαντισμό, τις παλιές μορφές και σχήματα, την παράδοση, την ηθική και την αρχαιολογία, τα μουσεία κλπ., και να υμνήσουμε τη δύναμη, την ταχύτητα, τον πόλεμο –που θεωρείται υγεία του κόσμου-, την πολυτέλεια, τις μηχανές.

Ακολουθεί το Μανιφέστο

Ξαγρυπνήσαμε όλη τη νύχτα, οι φίλοι μου κι εγώ, κάτω από πολυελαίους με θόλους από διακοσμητικό μπρούντζο, θόλους με αστέρια στολισμένους σαν τα πνεύματά μας, φέγγοντας σαν αυτά με τη φυλακισμένη ακτινοβολία ηλεκτρικών καρδιών. Για ώρες είχαμε ποδοπατήσει την αταβιστική μας πλήξη σε πλούσια ανατολίτικα χαλιά, φιλονικώντας μέχρι τα τελευταία όρια της λογικής και μαυρίζοντας πολλές δεσμίδες χαρτιού με τις ξέφρενες κακογραφίες μας.

Μια πελώρια υπερηφάνεια μας αναπτέρωνε, διότι αισθανόμασταν μόνοι εκείνη την ώρα, μόνοι, ξύπνιοι και πατώντας στα δικά μας πόδια, ως υπερήφανοι φάροι ή φρουροί πρώτης γραμμής ενάντια σε ένα στρατό από εχθρικούς αστέρες που κοιτούσαν κατωθέν τους εμάς από τα ουράνια στρατόπεδά τους. Μόνοι με θερμαστές να ταΐζουν τις διαβολεμένες πυρκαγιές σπουδαίων πλοίων, μόνοι με μαύρα φαντάσματα που ψαχουλεύουν στις φλογερές κοιλιές ατμομηχανών που εκτοξεύτηκαν στο παλαβό τους διάβα, μόνοι με μεθύστακες που τυλίγονται σαν λαβωμένα πουλιά κατά μήκος των τοίχων της πόλης.

Ξαφνικά πηδήξαμε, ακούγοντας τον ισχυρό θόρυβο των τεράστιων διώροφων τραμ που βούιζαν απ’ έξω, πλημμυρισμένα με πολύχρωμα φώτα, όπως χωριά σε διακοπές που ξαφνικά χτυπήθηκαν και εκτοπίστηκαν απ’ τις πλημμύρες του Πάδου και σύρθηκαν μέσα από καταρράκτες και ποτάμια στη θάλασσα.

Κατόπιν η σιγή βάθυνε. Αλλά, καθώς ακούγαμε το παλιό κανάλι να γογγύζει με τις ασθενικές προσευχές του και να κάνει τα κόκκαλα των αρρωστιάρικων παλατιών να τρίζουν πάνω από τις υγρές πράσινες γενειάδες τους, ακούσαμε ξαφνικά κάτω από τα παράθυρα την πεινασμένη βοή των αυτοκινήτων.

«Εμπρός πάμε!» είπα. «Φίλοι, μακριά! Εμπρός πάμε! Η Μυθολογία και το Ιδεώδες του Μυστικισμού ηττήθηκαν επιτέλους. Είμαστε έτοιμοι να δούμε τη γέννηση του Κενταύρου και αμέσως μετά την πρώτη πτήση των Αγγέλων!… Πρέπει να ταρακουνηθούμε στις πύλες της ζωής, να δοκιμάσουμε τις βίδες και τους μεντεσέδες. Εμπρός πάμε! Κοιτάξτε εκεί, πάνω στη γη, το πρώτο χάραμα! Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αντιταχθεί στο μεγαλείο του κόκκινου ξίφους του ήλιου, που χτυπά για πρώτη φορά τη χιλιετή μας κατήφεια!»

Ανεβήκαμε στα τρία θηρία που ξεφυσούσαν, για να ακουμπήσουμε ερωτικά χέρια στα φλογερά στήθη τους. Απλώθηκα στο αμάξι μου όπως ένα πτώμα στο μνημείο του, αλλά ξαναζωντάνεψα μονομιάς κάτω από τον περιστρεφόμενο τροχό, μια λεπίδα γκιλοτίνας που απειλούσε το στομάχι μου.

Η μαινόμενη σκούπα της τρέλας μας πέταξε έξω από τους εαυτούς μας και μας οδήγησε διαμέσου δρόμων τόσο ακατέργαστων και βαθιών όσο οι κοίτες των χειμάρρων. Εδώ κι εκεί, το άρρωστο φως της λάμπας μέσα απ’ το γυαλί του παραθύρου μας δίδαξε να δυσπιστούμε για την εξαπάτηση των μαθηματικών των σκοτωμένων ματιών μας.

Παραπονέθηκα, «Το άρωμα, το άρωμα και μόνο είναι αρκετό για τα θηρία μας».

Και σα νεαρά λιοντάρια τρέξαμε ξωπίσω του Θανάτου, το σκοτεινό τομάρι του στιγματίστηκε με ωχρούς σταυρούς καθώς δραπέτευσε από το μεγάλο ουρανό που ζούσε και καρδιοχυπούσε στο βιολετί.

Αλλά δεν είχαμε ιδανική Κυρία να υψώσει τη θεϊκή μορφή της στα σύννεφα, ούτε καμιά βίαιη Βασίλισσα στην οποία να προσφέρουμε τα κορμιά μας, στριφτά σα Βυζαντινά δαχτυλίδια! Δεν υπήρχε τίποτα να μας κάνει να ευχόμαστε για θάνατο, εκτός από την ευχή να ελευθερωθούμε επιτέλους απ’ το φορτίο του θάρρους μας!

Και συνεχίσαμε να αγωνιζόμαστε, εξαπολύοντας μαντρόσκυλα ενάντια σε σκαλωσιές, στραβώνοντας τα κάτω από τα φλεγόμενα ελαστικά μας όπως κολάρα κάτω από σίδερο. Ο θάνατος, πολιτογραφημένος, με συναντούσε σε κάθε γύρο, με χάρη κρατώντας πόδι ζώου ή μια στο τόσο με το να στρογγυλοκάθεται, κάνοντας μου τα βελούδινα χαϊδεμένα μάτια από κάθε λακκούβα με νερό.

«Ας βγούμε απ’ αυτό το απαίσιο κέλυφος σοφίας και ας ρίξουμε τους εαυτούς μας σαν περήφανα-ώριμα φρούτα στο ευρύ, παραμορφωμένο στόμα του ανέμου! Ας δώσουμε τους εαυτούς μας τελείως στο άγνωστο, όχι στην απόγνωση παρά μόνο για να τροφοδοτηθούν οι βαθιές πηγές του Παραλόγου!»

Οι λέξεις είχαν μόλις βγει απ’ το στόμα μου όταν στριφογύρισα το αυτοκίνητό μου με τη φρενίτιδα ενός σκύλου που προσπαθεί να δαγκώσει την ουρά του, κι εκεί, ξαφνικά, υπήρχαν δύο ποδηλάτες που έρχονταν κατά πάνω μου, κουνώντας τους καρπούς τους, που ταλαντεύονταν σαν δυο εξίσου πειστικά αλλά ωστόσο αντιφατικά επιχειρήματα. Το χαζό τους δίλημμα μπλόκαρε το δρόμο μου- Να πάρει! Ωχ!… Σταμάτησα στο τσακ και προς αηδία μου έπεσα σ’ ένα χαντάκι με τις ρόδες μου στον αέρα…

Ένα μητρικό χαντάκι, σχεδόν γεμάτο με λασπώδες νερό! Δίκαιε αγωγέ εργοστασίου! Ρούφηξα τη θρεπτική σου λάσπη• και θυμήθηκα το ευλογημένο μαύρο κτήνος της Σουδανής νοσοκόμας μου… ‘Οταν ανήλθα -ξεσκισμένος, ρυπαρός και βρομερός- κάτω από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητό μου, ένιωσα το λευκό-ζεστό σίδερο της χαράς απολαυστικά να διαπερνά την καρδιά μου!

Ένα πλήθος ψαράδων με χειραγωγούς και αρθριτικούς νατουραλιστές είχαν ήδη εξαπλωθεί γύρω από το θαύμα. Με υπομονετική, στοργική φροντίδα αυτοί οι άνθρωποι εξοπλίστηκαν μ’ ένα ψηλό γερανό και σιδερένιους γάντζους για να ψαρέψουν το αυτοκίνητό μου, σαν ένα μεγάλο καρχαρία στην παραλία. Αυτό ανασύρθηκε από το χαντάκι, αργά, αφήνοντας στον πάτο, σαν λέπια, το βαρύ του πλαίσιο της λογικής και την απαλή ταπετσαρία της άνεσης.

Νόμιζαν πως ήταν νεκρός, ο όμορφος καρχαρίας μου, αλλά ένα χάδι από μένα ήταν αρκετό για να τον αναστήσει• και να’ τος λοιπόν, ζωντανός και πάλι, να τρέχει πάνω στα ισχυρά του πτερύγια!

Κι έτσι, έρχονται αντιμέτωποι οι σπιλωμένοι με τους καλούς ρύπους εργοστασίων –τα γύψινα με τα μεταλλικά απόβλητα, με άσκοπο ιδρώτα, με ουράνια αιθάλη- εμείς μωλωπισμένοι, τα χέρια μας σε αναρτήρες, αλλά ατρόμητοι, δηλώσαμε τις υψηλές μας προθέσεις σε κάθε τι ζωντανό στη γη:

1. Σκοπός μας είναι να τραγουδήσουμε τον έρωτα του κινδύνου, το φρόνημα της ενέργειας και της αφοβίας.

2. Το θάρρος, η τόλμη και η εξέγερση θα είναι τα ουσιώδη στοιχεία της ποίησης.

3. Μέχρι σήμερα η λογοτεχνία έχει εκθειάσει την ακινησία της σκέψης, την έκσταση και τον ύπνο. Σκοπός είναι να εξάρουμε την επιθετική δράση, την πυρετώδη αϋπνία, τον διασκελισμό του δρομέα, το θανάσιμο άλμα, την γροθιά και τον κόλαφο.

4. Επιβεβαιώνουμε ότι η μεγαλοπρέπεια του κόσμου έχει εμπλουτιστεί με μια νέα ωραιότητα: την ωραιότητα της ταχύτητας. Ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο του οποίου η εξάτμιση κοσμείται με μεγάλους σωλήνες, σαν ερπετά με εκρηκτική ανάσα – ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο που καλπάζει μανιασμένο είναι ωραιότερο από τη Νίκη της Σαμοθράκης.

5. Θέλουμε να υμνήσουμε τον άντρα που κρατάει το τιμόνι, που εκσφενδονίζει το δόρυ του πνεύματος σε όλον τον πλανήτη, σ’ όλο το μήκος της τροχιάς του.

6. Ο ποιητής πρέπει να αφιερώσει τον εαυτό του με ζέση, μεγαλείο και γενναιοδωρία, να διογκώσει την ενθουσιώδη θέρμη των αρχέγονων στοιχείων.

7. Πέρα από τον αγώνα, δεν υπάρχει άλλη ομορφιά. Έργο χωρίς επιθετικό χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι αριστούργημα. Η ποίηση πρέπει να συλληφθεί ως βίαιη επίθεση κατά αγνώστων δυνάμεων, ως τιθάσευση και υποταγή τους ενώπιον του ανθρώπου.

8. Βρισκόμαστε στο έσχατο ακρωτήρι των αιώνων! … Ποιος ο λόγος να κοιτάμε προς τα πίσω, όταν αυτό που θέλουμε είναι να σπάσουμε τις μυστηριώδεις πόρτες του Αδύνατου; Ο Χώρος και ο Χρόνος πέθαναν χθες. Ζούμε ήδη στο απόλυτο, διότι έχουμε δημιουργήσει την αιώνια, πανταχού παρούσα ταχύτητα.

9. Θα δοξολογήσουμε τον πόλεμο –τη μόνη υγιεινή του κόσμου–, τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, την χειρονομία των αγγελιαφόρων της ελευθερίας που σπέρνουν τον όλεθρο, τις ωραίες ιδέες που γι’αυτές αξίζει κανείς να πεθάνει, και την περιφρόνηση για τη γυναίκα.

10. Θα καταστρέψουμε τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, τις ακαδημίες όλων των ειδών, θα πολεμήσουμε την ηθικοκρατία, τον φεμινισμό, κάθε ευκαιριακή ή χρησιμοθηρική δειλία.

11. Θα υμνήσουμε τα μεγάλη πλήθη τα συνεπαρμένα από την εργασία, την ηδονή και τα έκτροπα. Θα τραγουδήσουμε τις πολύχρωμες, πολυφωνικές παλίρροιες της επανάστασης στις μοντέρνες πρωτεύουσες. Θα τραγουδήσουμε τον δονούμενο νυχτερινό πυρετό των οπλοστασίων και των ναυπηγείων που αστράφτουν βίαια κάτω από τα ηλεκτρικά φεγγάρια. Τους άπληστους σιδηροδρομικούς σταθμούς που καταβροχθίζουν τις σερπαντίνες του καπνού. Τα εργοστάσια που κρέμονται απ’ τα σύννεφα με τις στραβές γραμμές του καπνού τους. Τις γέφυρες που δρασκελούν τους ποταμούς σαν γίγαντες αθλητές, σπινθηρίζοντας στον ήλιο με τη λάμψη του μαχαιριού. Τα περιπετειώδη ατμόπλοια που οσφραίνονται τον ορίζοντα. Τις βαθύστερνες μηχανές που οι τροχοί τους ψαύουν τις ράγες σαν οπλές τεράστιων χαλύβδινων αλόγων που έχουν χαλινό από σωλήνα. Και την κομψή πτήση των αεροπλάνων που οι έλικες τους πλαταγίζουν στον άνεμο σαν σημαίες και μοιάζουν με αλαλαγμούς ενθουσιασμού ενός πλήθους.

[Πηγή: milwntasgiatoxioni.wordpress.com]


Καρλ Μαρξ - Φρήντριχ Ενγκελς:Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος


Προηγούμενο: Εισαγωγή

Επόμενο: Προλετάριοι και κομμουνιστές

Αστοί και προλετάριοι[1]

Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών[2] είναι η ιστορία ταξικών αγώνων.

Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας[3] και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τελείωνε κάθε φορά με έναν επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την από κοινού καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονταν.

Στις προηγούμενες εποχές της ιστορίας βρίσκουμε σχεδόν παντού μια πλήρη διαίρεση της κοινωνίας σε διάφορες κλειστές τάζεις, μια πολύτροπη διαβάθμιση των κοινωνικών θέσεων. Στην αρχαία Ρώμη βρίσκουμε πατρίκιους, ιππείς, πληβείους, δούλους. Στο μεσαίωνα φεουδάρχες, υποτελείς, μαστόρους, καλφάδες, δουλοπάροικους κι επιπλέον σε καθεμιά απ' αυτές τις τάξεις βρίσκουμε ξανά ιδιαίτερες διαβαθμίσεις.

Η σύγχρονη αστική κοινωνία που πρόβαλε από την καταστροφή της φεουδαρχικής κοινωνίας δεν κατάργησε τις ταξικές αντιθέσεις, έβαλε μονάχα στη θέση των παλιών νέες τάξεις, νέους όρους καταπίεσης, νέες μορφές πάλης.

Ωστόσο, η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις. Ολόκληρη η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις, που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Απ' τους δουλοπάροικους του μεσαίωνα προήλθαν οι ελεύθεροι πολίτες των πρώτων πόλεων. Απ' αυτόν τον αστικό πληθυσμό αναπτύχθηκαν τα πρώτα στοιχεία της αστικής τάξης.

Η ανακάλυψη της Αμερικής, ο περίπλους της Αφρικής δημιούργησαν για την αστική τάξη που γεννιόταν ένα καινούργιο πεδίο δράσης. Οι αγορές των Ανατολικών Ινδιών και της Κίνας, ο αποικισμός της Αμερικής, οι ανταλλαγές με τις αποικίες, ο πολλαπλασιασμός των μέσων ανταλλαγής και των εμπορευμάτων γενικά έδωσαν μια άγνωστη ως τα τότε ώθηση στο εμπόριο, τη ναυσιπλοΐα, τη βιομηχανία και προκάλεσαν έτσι μια γρήγορη ανάπτυξη τού επαναστατικού στοιχείου της φεουδαρχικής κοινωνίας που κατέρρεε.

Ο ίσαμε τότε φεουδαρχικός ή συντεχνιακός τρόπος οργάνωσης της βιομηχανίας δεν έφτανε πια για να καλύψει τις ανάγκες που με τις νέες αγορές μεγάλωναν. Η μανιφακτούρα πήρε τη θέση του. Οι συντεχνιακοί μάστοροι παραμερίστηκαν από τη βιομηχανική μεσαία τάξη. Ο καταμερισμός της δουλειάς ανάμεσα στις διάφορες συντεχνίες εξαφανίστηκε μπροστά στον καταμερισμό της δουλειάς μέσα στο ίδιο το ξεχωριστό εργαστήρι.

Όμως οι αγορές όλο και μεγάλωναν, η ζήτηση όλο και αύξαινε. Και η μανιφακτούρα δεν επαρκούσε πια. Τότε ο ατμός και η μηχανή επαναστατικοποίησαν τη βιομηχανική παραγωγή. Στη θέση της μανιφακτούρας μπήκε η μεγάλη σύγχρονη βιομηχανία. Στη θέση της βιομηχανικής μεσαίας τάξης μπήκαν οι βιομήχανοι εκατομμυριούχοι, οι αρχηγοί ολόκληρων βιομηχανικών στρατιών, οι σύγχρονοι αστοί.

Η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά, που είχε προετοιμαστεί από την ανακάλυψη της Αμερικής. H παγκόσμια αγορά έδωσε μια τεράστια ανάπτυξη στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στα μέσα συγκοινωνίας της ξηράς. Αυτή η ανάπτυξη με τη σειρά της επέδρασε στην επέκταση της βιομηχανίας. Και στο βαθμό που επεκτείνονταν η βιομηχανία, τo εμπόριο, η ναυτιλία, οι σιδηρόδρομοι, στον ίδιο βαθμό αναπτυσσόταν η αστική τάξη, αύξαινε τα κεφάλαιά της, απωθούσε στο περιθώριο όλες τις τάξεις που κληροδότησε ο μεσαίωνας.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως η ίδια η σύγχρονη αστική τάξη είναι προϊόν μιας πολύχρονης εξέλιξης, μιας σειράς από ανατροπές στον τρόπο παραγωγής και επικοινωνίας.

Καθεμιά απ' αυτές τις βαθμίδες εξέλιξης της αστικής τάξης συνοδευόταν από μια αντίστοιχη πολιτική πρόοδο[4]. H αστική τάξη, τάξη καταπιεζόμενη κάτω από την κυριαρχία των φεουδαρχών αρχόντων, ένοπλη αυτοδιοικούμενη εταιρία μέσα στην κοινότητα[5], εδώ ανεξάρτητη δημοκρατία της πόλης εκεί τρίτη τάξη που είναι φόρου υποτελής στη μοναρχία[6], ύστερα, στην περίοδο της μανιφακτούρας, αντίβαρο ενάντια στους ευγενείς στην περιορισμένη απ' τους φεουδάρχες μοναρχία ή στην απόλυτη μοναρχία και κύριο στήριγμα των μεγάλων μοναρχιών γενικά, αυτή η αστική τάξη, από τότε που δημιουργήθηκε η μεγάλη βιομηχανία και η παγκόσμια αγορά, κατέκτησε τελικά την αποκλειστική πολιτική εξουσία στο σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος. Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι μονάχα μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της αστικής τάξης στο σύνολο της.

Η αστική τάξη έπαιξε στην ιστορία ένα ρόλο εξαιρετικά επαναστατικό.

Παντού όπου η αστική τάξη ήρθε στην εξουσία, κατέστρεψε όλες τις φεουδαρχικές, πατριαρχικές και ειδυλλιακές σχέσεις. Έσπασε χωρίς οίκτο τους πολυποίκιλους φεουδαρχικούς δεσμούς που συνδέανε τον άνθρωπο με τους φυσικούς ανώτερούς του και δεν άφησε κανέναν άλλο δεσμό ανάμεσα σε άνθρωπο και σε άνθρωπο, εκτός από το γυμνό συμφέρον, από την αναίσθητη "πληρωμή τοις μετρητοίς". Έπνιξε στα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού τα ιερά ρίγη του ευλαβικού ρεμβασμού, του ιπποτικού ενθουσιασμού, της μικροαστικής μελαγχολίας. Μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε ανταλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων γραφτών και των έντιμα αποκτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου. Με μια λέξη, στη θέση της καλυμμένης με θρησκευτικές και πολιτικές αυταπάτες εκμετάλλευσης, έβαλε την ανοιχτή, ξεδιάντροπη, άμεση, σκληρή εκμετάλλευση.

Η αστική τάξη αφαίρεσε το φωτοστέφανο απ' όλα τα ως τότε αξιοσέβαστα επαγγέλματα που τα αντίκριζαν με θρησκευτική ευλάβεια. Το γιατρό, τo νομικό, τov παπά, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης, τους μετέτρεψε σε μισθωτούς εργάτες της.

Η αστική τάξη ξέσχισε τον πέπλο του συναισθηματισμού που σκέπαζε τις οικογενειακές σχέσεις και τις έκανε ξεκάθαρες χρηματικές σχέσεις.

Η αστική τάξη έδειξέ πώς η κτηνώδης εκδήλωση δύναμης στο μεσαίωνα, που τόσο τη θαυμάζει η αντίδραση, βρήκε την ταιριαστή της συμπλήρωση στην πιο ράθυμη τεμπελιά. Πρώτα απέδειξε τι μπορεί να κατορθώσει η ανθρώπινη δραστηριότητα. Έκανε τελείως διαφορετικά θαύματα απ' τις πυραμίδες της Αιγύπτου, τα ρωμαϊκά υδραγωγεία και τις γοτθικές μητροπόλεις. Πραγματοποίησε τελείως διαφορετικές εκστρατείες από τις μεταναστεύσεις των λαών και τις σταυροφορίες.

Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Αντίθετα, η αμετάβλητη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τον πρώτο όρο ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις με την ακολουθία τους από παλιές σεβάσμιες παραστάσεις και αντιλήψεις κι όλες οι καινούργιες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται ν' αντικρίσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους.

Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ' όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν κι εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη τον κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούργιες ανάγκες που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Κι αυτό που γίνεται στην υλική παραγωγή γίνεται και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό χτήμα. Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις πολλές εθνικές και τoπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.

Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη, και που αναγκάζει να συνθηκολογήσει ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο μίσος των βαρβάρων ενάντια στους ξένους. Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους το λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο "κατ' εικόνα της".

Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό τον αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής. Όπως εξάρτησε την ύπαιθρο από την πόλη, έτσι εξάρτησε τις βάρβαρες και τις μισοβάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες, τους αγροτικούς λαούς από τους αστικούς λαούς, την Ανατολή από τη Δύση.

Η αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί τον κατακερματισμό των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συγκεντροποίησε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια. Η αναγκαία συνέπεια ήταν ο πολιτικός συγκεντρωτισμός. Ανεξάρτητες επαρχίες με διαφορετικά συμφέροντα, νόμους, κυβερνήσεις και δασμούς, και που συνδέονταν μεταξύ τους σχεδόν μονάχα με σχέσεις συμμαχίας, συσπειρώθηκαν σε ένα έθνος, μία κυβέρνηση, ένα νόμο, ένα εθνικό ταξικό συμφέρον, μια τελωνειακή ζώνη.

Η αστική τάξη μέσα στη μόλις εκατόχρονη ταξική κυριαρχία της δημιούργησε παραγωγικές δυνάμεις πιο μαζικές και πιο κολοσσιαίες από ο,τι όλες μαζί οι περασμένες γενιές. Υποταγή των δυνάμεων της φύσης, μηχανές, εφαρμογή της χημείας στη βιομηχανία και τη γεωργία, ατμοπλοΐα, σιδηρόδρομοι, ηλεκτρικοί τηλέγραφοι, εκχέρσωση ολόκληρων ηπείρων, διαρρύθμιση των ποταμών σε πλωτούς, ολόκληροι πληθυσμοί που ξεπετιούνται απ' τη γη-ποιός άλλος προηγούμενος αιώνας θα μπορούσε να υποπτευθεί πως στους κόλπους της κοινωνής εργασίας λαγοκοιμόνταν τέτοιες παραγωγικές δυνάμεις;

Είδαμε, λοιπόν: τα μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας που πάνω στη βάση τους διαμορφώθηκε η αστική τάξη, δημιουργήθηκαν στη φεουδαρχική κοινωνία. Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης αυτών των μέσων παραγωγής και συγκοινωνίας, οι συνθήκες μέσα στις οποίες παρήγε και αντάλλασσε η φεουδαρχική κοινωνία, η φεουδαρχική οργάνωση της γεωργίας και της μανιφακτούρας, με μια λέξη οι φεουδαρχικές σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν ανταποκρίνονταν πια στις αναπτυγμένες κιόλας παραγωγικές δυνάμεις. Εμπόδιζαν την παραγωγή αντί να την προωθούν. Μεταβλήθηκαν σε ισάριθμα δεσμά. Έπρεπε να σπάσουν, έσπασαν.

Στη θέση τους μπήκε ο ελεύθερος συναγωνισμός, με μια ανάλογη κοινωνική και πολιτική συγκρότηση, με την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης.

Μπρος στα μάτια μας συντελείται μια παρόμοια κίνηση. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος κάλεσε. Εδώ και δεκάδες χρόνια, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, που αποτελούν τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της. Αρκεί ν' αναφέρουμε τις εμπορικές κρίσεις που με την περιοδική τους επανάληψη όλο και πιο απειλητικά αμφισβητούν την υπόσταση ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη είχαν δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα 'λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. H βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι' αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές. Και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ' αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς, λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις.

Τα όπλα που χρησιμοποίησε η αστική τάξη για ν' ανατρέψει τη φεουδαρχία στρέφονται τώρα ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.

Όμως η αστική τάξη δεν σφυρηλάτησε μονάχα τα όπλα που της φέρνουν το θάνατο. Δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα χειριστούν αυτά τα όπλα, τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους.

Στο βαθμό που αναπτύσσεται η αστική τάξη, δηλαδή το κεφάλαιο, στον ίδιο βαθμό αναπτύσσεται και το προλεταριάτο, η τάξη των σύγχρονων εργατών που ζουν μονάχα τόσο, όσο βρίσκουν δουλειά, και που βρίσκουν τόσο δουλειά, όσο η δουλειά τους αυξάνει το κεφάλαιο. Αυτοί οι εργάτες που είναι αναγκασμένοι να πουλιούνται κομματάκι-κομματάκι, είναι ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο εμπορικό είδος, και γι' αυτό είναι εκτεθειμένοι σ' όλες τις εναλλαγές τον συναγωνισμού, σε όλες τις διακυμάνσεις της αγοράς.

Με την επέκταση των μηχανών και με τον καταμερισμό της εργασίας, η δουλειά των προλετάριων έχασε κάθε ανεξάρτητο χαρακτήρα, και μαζί κάθε θέλγητρο για τον εργάτη. Ο εργάτης γίνεται ένα απλό εξάρτημα της μηχανής απ' το οποίο ζητούν μονάχα τον πιο απλό, τον πιο μονότονο χειρισμό, αυτόν που μπορεί να μαθευτεί πιο εύκολα. Γι' αυτό, τα έξοδα που στοιχίζει ο εργάτης περιορίζονται σχεδόν μονάχα στα μέσα ύπαρξης που χρειάζεται για τη συντήρησή του και για τη διαιώνιση του γένους του.

Η τιμή όμως ενός εμπορεύματος, επομένως και της εργασίας[7], είναι ίση με το κόστος της παραγωγής. Στο βαθμό επομένως που αυξάνει η αποκρουστικότητα της δουλειάς, πέφτει και ο μισθός. Ακόμα περισσότερο, στο βαθμό που αυξάνουν οι μηχανικές εγκαταστάσεις και ο καταμερισμός της εργασίας, στον ίδιο βαθμό αυξάνει και η μάζα της εργασίας[8], είτε με την αύξηση των ωρών εργασίας, είτε με την αύξηση της εργασίας που ζητούν απ' αυτόν σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα, είτε με την επιτάχυνση της κίνησης των μηχανών κλπ.

Η σύγχρονη βιομηχανία μετέτρεψε το μικρό εργαστήρι του πατριαρχικού μάστορα στο μεγάλο εργοστάσιο του βιομήχανου καπιταλιστή. Οι εργατικές μάζες, στριμωγμένες στα εργοστάσια, οργανώνονται στρατιωτικά. Τους βάζουν σαν απλούς στρατιώτες της βιομηχανίας κάτω από την επίβλεψη μιας ολόκληρης ιεραρχίας από υπαξιωματικούς και αξιωματικούς. Δεν είναι μονάχα σκλάβοι της αστικής τάξης, του αστικού κράτους, αλλά κάθε μέρα, κάθε ώρα, υποδουλώνονται από τις μηχανές, από τον αρχιεργάτη και πριν απ' όλα από τον ίδιο τον αστό εργοστασιάρχη. Όσο πιο πολύ o δεσποτισμός αυτός διακηρύχνει ανοιχτά σαν σκοπό του το κέρδος, τόσο πιο μικροπρεπής, πιο μισητός, πιο εξοργιστικός γίνεται.

Όσο πιο λίγη μαστοριά και δύναμη απαιτεί η χειρωνακτική εργασία, δηλαδή όσο πιο πολύ εξελίσσεται η σύγχρονη βιομηχανία, τόσο πιο πολύ η δουλειά των ανδρών εκτοπίζεται από τη δουλειά των γυναικών και των παιδιών. Οι διακρίσεις ηλικίας και φύλου δεν έχουν πια κοινωνική σημασία για την εργατική τάξη. Δεν υπάρχουν πια παρά εργαλεία δουλειάς που η τιμή τους ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.

Όταν συμπληρωθεί η εκμετάλλευση του εργάτη από τον εργοστασιάρχη ως το σημείο εκείνο που ο εργάτης να έχει εισπράξει το μισθό του σε χρήμα, τότε πέφτουν πάνω του τα άλλα τμήματα της αστικής τάξης: ο σπιτονοικοκύρης, ο μπακάλης, ο ενεχυροδανειστής κλπ.

Οι πρώην μεσαίες τάξεις, οι μικροί βιομήχανοι, έμποροι και εισοδηματίες, οι βιοτέχνες και αγρότες, όλες αυτές οι τάξεις κατρακυλούν στο προλεταριάτο, από τη μια γιατί το μικρό τους κεφάλαιο δεν φτάνει για την επιχείρηση της μεγάλης βιομηχανίας και υποκύπτει στο συναγωνισμό με τους μεγαλύτερους καπιταλιστές, κι από την άλλη, γιατί νέοι τρόποι παραγωγής υποβιβάζουν τη σημασία της επαγγελματικής τους δεξιοτεχνίας. Έτσι το προλεταριάτο στρατολογείται από όλες τις τάξεις του πληθυσμού.

Το προλεταριάτο περνάει από διάφορα στάδια ανάπτυξης. Η πάλη του ενάντια στην αστική τάξη αρχίζει από τη μέρα που αρχίζει να υπάρχει.

Στην αρχή παλεύουν οι μεμονωμένοι εργάτες, ύστερα οι εργάτες ενός εργοστασίου, μετά οι εργάτες ενός κλάδου σε κάποιο μέρος ενάντια στο μεμονωμένο αστό που τους εκμεταλλεύεται άμεσα. Στρέφουν τις επιθέσεις τους όχι μονάχα ενάντια στις αστικές σχέσεις παραγωγής, τις στρέφουν ενάντια στα ίδια τα εργαλεία παραγωγής. Καταστρέφουν τα ξένα ανταγωνιστικά εμπορεύματα, σπάνε τις μηχανές, καίνε τα εργοστάσια και προσπαθούν να κατακτήσουν ξανά τη χαμένη θέση του μεσαιωνικού εργάτη.

Σ' αυτό το στάδιο, οι εργάτες αποτελούν μια μάζα διασκορπισμένη σ' όλη τη χώρα και κατακερματισμένη από το συναγωνισμό. Η μαζική συσπείρωση των εργατών δεν είναι ακόμα η συνέπεια της δικής τους συνένωσης, αλλά η συνέπεια της συνένωσης της αστικής τάξης που, για να πετύχει τους δικούς της πολιτικούς σκοπούς, είναι υποχρεωμένη να βάλει σε κίνηση ολόκληρο το προλεταριάτο και έχει για την ώρα τη δύναμη να το κάνει αυτό. Σ' αυτό το στάδιο, επομένως, οι προλετάριοι δεν καταπολεμούν ακόμα τους δικούς τους εχθρούς, αλλά τους εχθρούς των εχθρών τους, τα υπολείμματα της απόλυτης μοναρχίας, τους γαιοκτήμονες, τους μη βιομήχανους αστούς, τους μικροαστούς. Έτσι, όλη η ιστορική κίνηση είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της αστικής τάξης. Κάθε νίκη που κερδίζεται μ' αυτόν τον τρόπο είναι νίκη της αστικής τάξης.

Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, όμως, το προλεταριάτο δεν πληθαίνει μονάχα, αλλά και συσπειρώνεται σε μεγαλύτερες μάζες, η δύναμή του μεγαλώνει και τη δύναμή του αυτή τη νιώθει περισσότερο. Τα συμφέροντα, οι συνθήκες ζωής του προλεταριάτου εξισώνονται όσο πάει και περισσότερο από το γεγονός ότι η μηχανή σβήνει όλο και πιο πολύ τις διακρίσεις στη δουλειά και πιέζει σχεδόν παντού το μεροκάματο σ' ένα εξίσου χαμηλό επίπεδο. Ο αυξανόμενος συναγωνισμός των αστών ανάμεσά τους και οι εμπορικές κρίσεις που προκαλεί ο συναγωνισμός αυτός, κάνουν το μισθό των εργατών όλο και πιο ασταθή. Η αδιάκοπη, όσο και πιο γρήγορη τελειοποίηση της μηχανής κάνει τη θέση τους όλο και πιο επισφαλή. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στο μεμονωμένο εργάτη και στο μεμονωμένο αστό παίρνουν όλο και περισσότερο το χαρακτήρα συγκρούσεων ανάμεσα σε δύο τάξεις. Οι εργάτες αρχίζουν έτσι να συγκροτούν συνασπισμούς[9] ενάντια στους αστούς. Συνασπίζονται για να υπερασπίσουν το μισθό της εργασίας τους. Ιδρύουν ακόμα και μόνιμες ενώσεις για να εξασφαλίσουν τα μέσα στην περίπτωση ενδεχόμενων ανταρσιών. Εδώ κι εκεί η πάλη ξεσπάει με τη μορφή εξεγέρσεων.

Από καιρό σε καιρό οι εργάτες νικούν, αλλά η νίκη τους είναι παροδική. Το πραγματικό αποτέλεσμα των αγώνων τους δεν είναι η άμεση επιτυχία, αλλά η συνένωση των εργατών που ολοένα επεκτείνεται. Η ενότητα αυτή προωθείται από τα αναπτυσσόμενα μέσα συγκοινωνίας που παράγονται από τη μεγάλη βιομηχανία και που συνδέουν μεταξύ τους τους εργάτες από διάφορα μέρη. Και φτάνει μονάχα να συνδεθούν μεταξύ τους για να συνενωθούν οι πολλοί τοπικοί αγώνες, που έχουν παντού τον ίδιο χαρακτήρα, σε μια εθνική πάλη, μια ταξική πάλη. Κάθε ταξικός αγώνας όμως είναι πολιτικός αγώνας. Και την ένωση, που οι αστοί του μεσαίωνα με τους καρόδρομούς του χρειάστηκαν αιώνες για να την πραγματοποιήσουν, οι σύγχρονοι προλετάριοι την πραγματοποιούν με τους σιδηρόδρομους μέσα σε λίγα χρόνια.

Αυτή η οργάνωση των προλετάριων σε τάξη και επομένως σε πολιτικό κόμμα, διασπάται πάλι κάθε στιγμή από το συναγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Ξαναγεννιέται, όμως, πάντα, όλο και πιο δυνατή, πιο στέρεη, πιο ισχυρή. Επωφελείται από τις διασπάσεις μέσα στην ίδια την αστική τάξη και επιβάλλει έτσι την αναγνώριση με νομοθετική μορφή ορισμένων συμφερόντων των εργατών. Έτσι επέβαλε το νόμο για το δεκάωρο στην Αγγλία.

Γενικά, οι συγκρούσεις μέσα στην παλιά κοινωνία ευνοούν με πολλούς τρόπους την πορεία ανάπτυξης του προλεταριάτου. Η αστική τάξη βρίσκεται σε κατάσταση αδιάκοπου αγώνα: πρώτα, ενάντια στην αριστοκρατία. Αργότερα, ενάντια στα τμήματα εκείνα της ίδιας της αστικής τάξης που τα συμφέροντά τους έρχονται σε αντίθεση με την πρόοδο της βιομηχανίας. Και πάντα, ενάντια στην αστική τάξη όλων των άλλων χωρών. Σε όλους αυτούς τους αγώνες, είναι υποχρεωμένη να κάνει έκκληση στο προλεταριάτο, να ζητάει τη βοήθειά του και να το τραβάει έτσι στην πολιτική κίνηση. Έτσι, η ίδια η αστική τάξη προμηθεύει στους προλετάριους τα δικά της στοιχεία μόρφωσης[10], δηλαδή τα όπλα ενάντια στον ίδιο τον εαυτό της.

Ακόμα, όπως είδαμε, με την πρόοδο της βιομηχανίας ολόκληρα συστατικά μέρη της κυρίαρχης τάξης κατρακυλούν στο προλεταριάτο ή, τουλάχιστον, βλέπουν να απειλούνται οι όροι της ζωής τους. Κι αυτά φέρνουν στο προλεταριάτο πολλά στοιχεία μόρφωσης[11].

Τέλος, σε περιόδους που ο ταξικός αγώνας πλησιάζει στη λύση του, η πορεία διάλυσης μέσα στην κυρίαρχη τάξη, μέσα σ' όλη την παλιά κοινωνία, παίρνει ένα χαρακτήρα τόσο σφοδρό, τόσο χτυπητό, που ένα μικρό τμήμα της κυρίαρχης τάξης αποσπάται απ' αυτήν και προσχωρεί στην επαναστατική τάξη, την τάξη που κρατά στα χέρια της το μέλλον. Όπως παλιά, επομένως, ένα μέρος των ευγενών πέρασε στην αστική τάξη, έτσι και τώρα ένα τμήμα της αστικής τάξης περνάει στο προλεταριάτο, και ειδικά ένα τμήμα από τους αστούς ιδεολόγους που κατάφεραν να ανυψωθούν ως τη θεωρητική κατανόηση όλης της ιστορικής κίνησης.

Απ' όλες τις τάξεις που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική. Οι υπόλοιπες τάξεις χάνονται κι εξαφανίζονται από τη μεγάλη βιομηχανία, ενώ το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της.

Οι μεσαίες τάξεις, ο μικρός βιομήχανος, ο μικρέμπορας, o βιοτέχνης, ο αγρότης, όλοι αυτοί πολεμούν την αστική τάξη για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους σαν μεσαίες τάξεις και να σωθούν απ' τον αφανισμό. Δεν είναι λοιπόν επαναστατικές αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές, γιατί ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Αν είναι επαναστατικές, είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο, και τότε δεν υπερασπίζουν τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου.

Το λούμπεν προλεταριάτο[12], αυτό το παθητικό προϊόν σαπίλας των πιο χαμηλών στρωμάτων της παλιάς κοινωνίας, παρασέρνεται εδώ κι εκεί στο κίνημα από την προλεταριακή επανάσταση, όμως απ' τις συνθήκες της ζωής του είναι πάντα πρόθυμο να πουληθεί για αντιδραστικές ενέργειες.

Οι όροι ύπαρξης της παλιάς κοινωνίας έχουν πια εκμηδενιστεί μέσα στις συνθήκες ύπαρξης του προλεταριάτου. O προλετάριος δεν έχει ιδιοκτησία. Οι σχέσεις του με τη γυναίκα του και με τα παιδιά δεν έχουν πια τίποτα το κοινό με τις σχέσεις της αστικής οικογένειας. Η σύγχρονη βιομηχανική εργασία, η σύγχρονη υποδούλωση στο κεφάλαιο, που είναι ίδια στην Αγγλία και τη Γαλλία, στην Αμερική και τη Γερμανία, αφαίρεσε από τον προλετάριο κάθε εθνικό χαρακτήρα. Οι νόμοι, η ηθική, η θρησκεία είναι γι' αυτόν τόσες αστικές προλήψεις, όσα αστικά συμφέροντα κρύβονται πίσω τους.

Όλες οι προηγούμενες τάξεις που έπαιρναν την εξουσία προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τη θέση που κατέκτησαν, υποτάσσοντας όλη την κοινωνία στους όρους του δικού τους τρόπου ιδιοποίησης. Οι προλετάριοι μπορούν να κατακτήσουν τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις μονάχα καταργώντας τον ως σήμερα δικό τους τρόπο ιδιοποίησης και επομένως όλο τον ως τώρα τρόπο ιδιοποίησης. Οι προλετάριοι δεν έχουν τίποτα δικό τους να εξασφαλίσουν, έχουν όμως να καταστρέψουν κάθε ως τώρα ατομική ασφάλεια και ατομική εξασφάλιση.

Όλα τα προηγούμενα κινήματα ήταν κινήματα της μειοψηφίας ή προς όφελος μιας μειοψηφίας. Το προλεταριακό κίνημα είναι το αυτοτελές κίνημα της τεράστιας πλειοψηφίας προς όφελος της τεράστιας πλειοψηφίας. Το προλεταριάτο, το κατώτερο στρώμα της σημερινής κοινωνίας, δεν μπορεί να σηκωθεί, δεν μπορεί ν' ανυψωθεί χωρίς να τιναχτεί στον αέρα όλο το εποικοδόμημα των στρωμάτων που αποτελούν την επίσημη κοινωνία.

Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν όχι στο περιεχόμενο, στη μορφή είναι κατ' αρχήν εθνική. Φυσικά, το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδέψει πριν απ' όλα με τη δική του αστική τάξη.

Χαράζοντας τις γενικές φάσεις της εξέλιξης τον προλεταριάτου, παρακολουθήσαμε το λίγο-πολύ καλυμμένο εμφύλιο πόλεμο μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, ως το σημείο που o πόλεμος αυτός ξεσπάει σε ανοιχτή επανάσταση και το προλεταριάτο θεμελιώνει την κυριαρχία του με τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης.

Όπως είδαμε, όλες οι προηγούμενες κοινωνίες στηρίζονταν στην αντίθεση ανάμεσα σε τάξεις που καταπιέζουν και σε τάξεις που καταπιέζονται. Για να μπορεί όμως κανείς να καταπιέζει μια τάξη, πρέπει να εξασφαλίσει στην τάξη αυτή τέτοιους όρους ύπαρξης, που να της δίνουν τη δυνατότητα να ζει τουλάχιστον τη ζωή του σκλάβου. Ο δουλοπάροικος στην εποχή της φεουδαρχίας κατάφερε ν' ανέβει με τη δουλειά του και να γίνει μέλος της κοινότητας, όπως και o μικροαστός κατάφερε να γίνει αστός κάτω από το ζυγό του φεουδαρχικού απολυταρχισμού. Αντίθετα, ο σύγχρονος εργάτης, αντί ν' ανυψώνεται με την πρόοδο της βιομηχανίας, βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά, πιο κάτω ακόμα κι από τις συνθήκες ζωής της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια απ΄' αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία.

Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου. H προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Η πρόοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών μέσα από το συναγωνισμό την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση. Έτσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το ίδιο το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν απ' όλα, η αστική τάξη παράγει τους ίδιους τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα.

Σημειώσεις

1) Με τη λέξη αστική τάξη εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία. Με τη λέξη προλεταριάτο εννοούμε την τάξη των σύγχρονων μισθωτών εργατών που, επειδή δεν κατέχουν καθόλου δικά τους μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν. (Σημείωση του Ένγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888).

2) Ή, ακριβέστερα, η γραφτή ιστορία. Το 1847 η προϊστορία της κοινωνίας, η κοινωνική οργάνωση που είχε προηγηθεί από κάθε γραφτή ιστορία, ήταν ακόμα σχεδόν άγνωστη. Τότε ο Χάξτχάουζεν ανακάλυψε την κοινή ιδιοκτησία της γης στη Ρωσία. Ο Μάουρερ απέδειξε ότι η κοινή ιδιοκτησία της γης αποτελεί την κοινωνική βάση απ' όπου προήλθαν ιστορικά όλες οι γερμανικές φυλές. Ύστερα ανακάλυψαν σιγά-σιγά ότι οι αγροτικές κοινότητες με την κοινή κατοχή της γης αποτελούσαν την πρωταρχική μορφή της κοινωνίας απ' τις Ινδίες ως την Ιρλανδία. Τέλος, η εσωτερική οργάνωση αυτής της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας αποκαλύφθηκε στην τυπική της μορφή με την ανακάλυψη του Μόργκαν που επιστέγασε όλο το έργο για την αληθινή φύση του γένους και τη θέση του μέσα στη φυλή. Με τη διάλυση αυτών των πρωταρχικών κοινοτήτων, αρχίζει ο χωρισμός της κοινωνίας σε ξεχωριστές και τελικά ανταγωνιζόμενες τάξεις. (Σημείωση του Ένγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888 και στη γερμανική του 1890). Προσπάθησα να παρακολουθήσω την πορεία αυτής της διάλυσης στην Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, δεύτερη έκδοση, Στουτγάρδη 1886. (Σημείωση του Ένγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888).

3) Μάστορας των συντεχνιών-πρόκειται για μέλος της συντεχνίας που έχει όλα τα δικαιώματα, για μάστορα μέσα στη συντεχνία κι όχι για τον γεροντότερο μέσα σ' αυτήν. (Σημείωση του Ένγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888).

4) Στην έκδοση του 1888 ύστερα από τη λέξη "πρόοδο" μπήκαν οι λέξεις "αυτής της τάξης" (σημ. Γερμ. σύντ.).

5) "Κοινότητες" λέγονταν οι πόλεις που δημιουργήθηκαν στη Γαλλία, ακόμα πριν να μπορέσουν να αποσπάσουν από τους φεουδάρχες αφέντες και τους μαστόρους τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτικά δικαιώματα σαν "τρίτη τάξη". Για να μιλήσουμε γενικά, εδώ αναφέραμε σαν χαρακτηριστική χώρα για την οικονομική εξέλιξη της αστικής τάξης την Αγγλία και για την πολιτική της εξέλιξη τη Γαλλία. (Σημείωση του Ένγκελς στην αγγλική έκδοση του 1888). Έτσι λέγαν την αστική τους κοινότητα οι κάτοικοι των πόλεων στην Ιταλία και στη Γαλλία, μόλις εξαγόραζαν ή αποσπούσαν από τους φεουδάρχες αφέντες τους τα πρώτα δικαιώματα για αυτοδιοίκηση. (Σημείωση του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1890).

6) Στην έκδοση του 1888, ύστερα από τις λέξεις "ανεξάρτητη δημοκρατία των πόλεων", μπήκαν οι λέξεις "(όπως στην Ιταλία και στη Γερμανία)" και ύστερα από τις λέξεις "τρίτη τάξη, που ήταν φόρου υποτελής στη μοναρχία", μπήκαν οι λέξεις "(όπως στη Γαλλία)" (σημ. γερμ. σύντ.).

7) Σε κατοπινά έργα τους, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς χρησιμοποίησαν αντί του όρου "αξία της εργασίας" και "τιμή της εργασίας" τους πιο ακριβείς όρους που εισήγαγε ο Μαρξ "αξία της εργατικής δύναμης" και "τιμή της εργατικής δύναμης". Βλ. σχετικά τις επεξηγήσεις στην εισαγωγή του Ένγκελς στη νέα έκδοση του έργου του Μαρξ Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, Βερολίνο 1891 (σημ. γερμ. συντ.).

8) Στην έκδοση του 1888 "βάρος της εργασίας" (σημ. γερμ. συντ. ).

9) Στην έκδοση του 1888 ύστερα από τη λέξη "συνασπισμούς" προστέθηκε η λέξη "τρέιντ-γιούνιονς" (συνδικάτα) (σημ. γερμ. σύντ.).

10) Στην έκδοση του 1888 "τα δικά της πολιτικά και γενικά στοιχεία μόρφωσης" (σημ. γερμ. συντ.).

11) Στην έκδοση του 1888 "στοιχεία διαφώτισης και προόδου" (σημ. γερμ. σύντ.).

12) Κουρελοπρολεταριάτο (Lumpenproletariat), ξεπεσμένα, εξαθλιωμένα και εκφυλισμένα μικροαστικά και προλεταριακά στοιχεία (αλήτες, ζητιάνοι κλπ.) που έχασαν την ταξική τους θέση στην κοινωνία και μαζί και την ταξική τους συνείδηση (σημ. τ. μετ.).


ANARCHIST COMMUNIST MANIFESTO


1st Italian Section
of the International Anarchist Communist Federation

Translator's note: The period following the Russian revolution was one of great change for anarchists, many of whom fled to France to escape oppressive regimes. One contribution to the debates of the time was the Organizational Platform of the General Union of Anarchists - Project, produced by a group of Russian exiles including Makhno. Following publication of this, a group of Italian anarchists founded the 1st Italian Section of the proposed International Anarchist Communist Federation (1). The document below, dating from the latter half of the 1920s is the Manifesto of this Italian group, one of whose members was Giuseppe Bifolchi. Bifolchi later had to leave France and went to Belgium where he founded the monthly journal "Bandiera Nera" (Black Flag). During the years of the Spanish Revolution, Bifolchi fought as a commander in the Italian Column.

Anarchist Communist Manifesto (2)

Anarchist-communists are unanimous in affirming that the principle of authority which today's institutions are based on is the fundamental cause of all social ills, and it is therefore for this reason that they are today, tomorrow and forever, unyielding enemies of political authority (the State), of economic authority (Capital) and of moral and intellectual authority (Religion and Official Morality).

In short: anarchist-communists are against all the dictatorships of political, economic, scientific or religious derivation; on the other hand they are sincere partisans of a form of social organization which is based on the free association of producers and consumers with the aim of better satisfying the various needs of the new society.

They are communists, because having carefully examined the social question in all its facets they are of the opinion that only a society based on libertarian communism will be able to guarantee every one of its members the greatest well-being and freedom.

They are revolutionaries, not for any fanaticism for glory in blood, but because they have observed that reforms are illusory and at the mercy of the whim of the ruling powers. These powers, even if they are democrats, are activated by reactionary despotic financial forces, evident or hidden, and only an Anarchist Revolution can put an end to the government and exploitation of man over man.

They are individualists, not in the sense of an exaggerated respect for the individual which, however it may be disguised, is a form of authoritarianism, but because they are supporters of communism for the very reason that it guarantees every individual the greatest physical, intellectual and moral development.

They are educationalists, because they believe that the best chance that the Revolution has of arriving sooner and having greater effect is direcly linked to the level of revolutionary social education of every individual. They are convinced that the Revolution will be the logical natural product of the large-scale explosion of collective revolt, rendered conscious by a widespread understanding of the injustice of the present capitalist social system. Education of this type excludes the contemplative, fatalist, passive education which is an end in itself.

Social Programme

Anarchist communism, indispensable for the realization of a society without exploiters or exploited, is based on the free cooperation of individuals in order to satisfy each others economic, intellectual and moral needs, since it is only right that the organizations born from within the working class should regulate social functioning after the Revolution.

Inspired by the formation and development of an ever-growing number of associations in all fields of human activity, anarchist-communists have seen that the the spirit of association and federalism is ever more predominant due to the fact that political and economic centralism is providing ever more mediocre answers to the new needs of technical, scientific and social progress.

Encouraged by a similar libertarian tendency, anarchist-communists continue to be supporters of a social organization which will develop into the Commune, a local demographic agglomeration which is large enough to be able to practise social solidarity effectively by organizing the production in a rational way and, in its every act, taking into account the inviolable liberty of individuals and associations.

The libertarian Commune, in the way anarchist-communists understand it, is not a version of the present-day municipal councils nor is it a representation in miniature of any government, but a moral and material pact which unites the inhabitants of a given area in a common project in the economic, intellectual and moral field which can allow every individual of whatever sex and age to enjoy the right to freedom and to well-being, as far as the possibilities of production permit, naturally.

Relations between different Communes can be managed without useless, even dangerous interference from the central, national and international powers, in the knowledge that federalism is a basic condition for the safeguarding of the principle of freedom upon which the new communalist society will rest.

Without wishing to go into long, bothersome detail which is almost always rendered null by tomorrow's reality, anarchist-communists, as a large part of their pre-Revolutionary programme, consider it sufficient to hold to the general lines of the libertarian Commune based on federalist or sovietist cooperation, sovietist in the sense of decentralization and as a spontaneous, conscious emanation of the technical and political capacity of the working class.

Organization

The proletarian coalitions for defence and atack against the constituted powers which have as their specific aim the maintenance of the present state of exploitation and oppression are not recent creations. They are the natural result of a painful centuries-long experience, given that individual revolt, though always appreciable for its courage, nobility and the spirit of sacrifice of the iconoclast, can never affect the organisms of oppression which are solidly organized and can never come close to effecting any social improvement or transformation.

It is for this reason that anarchist-communists are not content with proclaiming the goodness of their libertarian principles, but rather they unite in groups, in federations, in national unions and in the international union, in order to better resist and bring about the single moral and material front against the powers of repression and exploitation. It is in this way that they can provoke, in the near future, the vast, tragic and painful epilogue to this uninterrupted class war, the libertarian Revolution, to bring about a definitive end to the existence of all classes.

History brims with examples of the repression of such unions carried out in every place and time by governments of all types, but the sole fact that they constituted a single, constant target which is stronger than the capitalist violence (and will continue to do so), encourages anarchist-communists to persist in their path, the only one capable of channeling the forces of the exploitation towards the emancipating Revolution.

With regard to organization, the present generation of anarchist-communists are certainly unanimous in recognizing that thus far their predecessors have done precious little to realise it, given the bitter, continuous reaction they were victims of and anarchism's lack of an ideological unity which could permit their physical unity without which, and despite popular disgust with the parliamentary farce and the undeniable decomposition of bolshevism, anarchism will be unable to find its way into the hearts of the working masses, the only ones who can bring about the Revolution.

But after the war, fascism and above all the painful lessons of the Russian Revolution of 1917-1919 (where anarchism only played a secondary role from the social point of view, despite its considerable intellectual development and its innumerable sacrifices and owing to its chronic disorganization, both in its constructive and often in its destructive programmes according to the most involved libertarians in the Russian movement), there arose amongst anarchist-communists from all countries a concrete idea of the necessity and the aims of anarchist organization, based on single, universal ideological and tactical principle, excluding the reluctance that smells of byzantinism and certain ideological and tactical reservations which are the most marked characteristics of bourgeois socialist democracy.

Let this tendency develop and triumph, since, if we seek further development of anarchism as a current of popular liberation and emancipation, it is right to wait until anarchist-communists are able to oppose the authoritarian coalitions with a strong, tenacious libertarian coalition with a homogeneous programme of destruction and reconstruction and homogeneous tactics.

Only in this way can there be the full particpation in society of all those among the working masses who have been fooled by the daily lies of the bourgeois press and by certain revolutionary demagoguery and who continue to be ignorant of, misunderstand and even scorn the ideal for which so many have sacrificed and continue to sacrifice their lives, their freedom and a happy life.

1st Italian Section of the International Anarchist Communist Federation




Ο ΦΑΡΟΣ



Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1894 από την Γαλλική Εταιρεία Φάρων. Το ύψος του πύργου του ειναι 7,5 μέτρα και τό εστιακό του ύψος είναι 9 μέτρα.Είναι εγκατεστημένος στο Σουσάκι Αγίων Θεοδώρων κοντά στον Ισθμό της Κορίνθου. Ο πέτρινος φάρος στο ακρωτήριο Σουσάκι βρίσκεται στην ακτή, ελάχιστα μέτρα από τη θάλασσα κοντά στα διυλιστήρια της Motoroil.Aποτελεί τοπόσημο της περιοχής, καθώς είναι ένας από τους δύο φάρους που οδηγούν με ασφάλεια τα πλοία στον ισθμό της Κορίνθου.






.............................................................................................................

ΉΧΟΙ


Ποιος είναι ο Τρίτος που βαδίζει πάντα πλάι σου;
Όταν μετρώ, υπάρχουμε μόνο εσύ κι εγώ
Μα όταν κοιτάζω εμπρός στον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε μια σκούρα κάπα, κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα αυτός εκεί, απ' τ' άλλο πλάι σου, ποιος είναι;

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμουρητό μητρικού Θρήνου
Ποιες είναι αυτές οι οοδές που συνωστίζονται κουκουλωμένες
Ζωσμένες απ΄τον χαμηλό ορίζοντα μονάχα
ποια είναι η πόλη πέρα απ΄τα βουνά
Διασπάται, μετασχηματίζεται, εκρήγνυται μες στον μενεξεδένιο
αέρα
Πύργοι που πέφτουν
ΙερουσαλήμΑθήνα, Αλεξάνδρεια
Βιέννη, Λονδίνο
Εξωπραγματικές



Την ίδια εκείνη εποχή, οι καταστροφές, οι ανατροπές, η κοι­νωνική και οικονομική αστάθεια και η παντός είδους αναρχία που προκάλεσε ο πόλεμος, οδήγησαν τον Έλιοτ σε μεγαλύτερη εσω­στρέφεια. Η συνειδητοποίηση μιας νέας κατεύθυνσης και μιας νέ­ας «αποστολής» διαφαίνονται στην Έρημη Χώρα [The Waste Land] (1922). Η Έρημη Χώρα, κυρίαρχο θέμα της οποίας είναι το κενό και η ασημαντότητα της ύπαρξης όταν δεν υπάρχει πίστη, ή τουλάχιστον μια εσωτερική σταθερότητα, χαρακτηρίζεται από τον τελετουργικό λόγο, την αυστηρότητα στη δομή, καθώς και από την συχνή χρήση υπαινιγμών και συμβόλων. Στην κατάθλιψη που διαπνέει το ποίημα, αντιπαρατίθεται η ελπίδα νοήματος που προσφέρει η θρησκευτική πίστη. Εδώ, και από εδώ και πέρα, ο λόγος του Έλιοτ γίνεται πλέον υπερβολικά πυκνός, σχεδόν ασφυκτικός. Παλιά θησαυρίσματα του από αναγνώσεις των Γρα­φών, της Ιστορίας, της Μυθολογίας, της Φιλοσοφίας, ενσωματώ­νονται στο κείμενο του στην αρχική τους μορφή, που συχνά συμ­βαίνει να είναι σε αρχαία αγγλικά, λατινικά, σανσκριτικά, ή σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα. Παράλληλα, γίνεται πλήθος αναφο­ρών σε γεγονότα και καταστάσεις. Κάθε στροφή του Έλιοτ κου­βαλά πλέον ένα τέτοιο φορτίο παραπομπών που θα μπορούσε να βουλιάξει το ποίημα - αν αυτό δεν ήταν τόσο ρωμαλέο και αυθύπαρκτο.



Τ.Σ.Έλιοτ
Εισαγωγή-Μετάφραση - Παυλίνα Παμπούδη
Εκδόσεις Printa, 2003







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...μετά την περσινή σαιζόν, που η κεντρική μας κατεύθυνση ήταν το : "Who Can Speak?" Επιστροφή στην προετοιμασία του Υλικού των...