Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο τρισδιάστατος χρόνος του Προσώπου

Με τη μετάβαση του ελληνικού Ατόμου στο στάδιο του Προσώπου έχουμε την εμφά­νιση μιας άλλης αντίληψης για τον χρόνο, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί α­πλουστευτικά ως “σύνθεση” ελληνικής και εβραϊκής.

Λόγω της παραδοχής ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, η πρόοδος είναι και ατο­μική και συλλογική “ταυτόχρονα”. Προκόβοντας το άτομο, προκόβει και η κοινότητα και αντιστρόφως. Εντασσόμενη στην προοπτική του Προσώπου, η ελληνική αντίλη­ψη για τον υπαρξιακό (ατομικό) χρόνο ανακαινίζεται, ενώ η αντίληψη για την κυκλι­κότητα του ιστορικού (συλλογικού) χρόνου εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από κείνη του εσχατολογικού ιστορικού (συλλογικού) χρόνου, τις καταβολές της οποίας τις βρίσκουμε στην εβραϊκή προφητική παράδοση. Η νέα αντίληψη για τον χρόνο, η ελληνο-χριστιανική, είναι η αντίληψη του Προσώπου. Ελάχιστα όμως πράγματα μπο­ρούμε να πούμε γι’ αυτήν, επειδή περιλαμβάνει την εμπειρία της “αιωνιότητας”. Μι­λώντας με όρους της ατομικιστικής νοητικής βαθμίδας, θα αποδίδαμε τον χρόνο του Προσώπου ως ατομικό και συλλογικό “συγχρόνως”. Αλλά αυτό το “συγχρόνως” πώς να γίνει κατανοητό; Αυτό που καθιστά ακατανόητο για το Άτομο τον προσωποκεντρι­κό χρόνο είναι η ιδιότητά του να “εκρήγνυται” στην “αιωνιότητα”, ή αλλιώς το γίγνε­σθαι να “εκβάλλει” στο “είναι”, κάθε φορά που το παρόν “αγγίζει” τα “έσχατα”. Ο “εκρηγνυόμενος” σπειροειδής-κυλινδροειδής ιστορικός χρόνος είναι εσχατολογικός. Το τέλος-σκοπός, η Δευτέρα Παρουσία και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν γενική Ανάστα­ση-ανακαίνιση του κόσμου, δεν είναι γεγονός ενδοϊστορικό, όπως στην εβραϊκή α­ντίληψη, αλλά “μεταϊστορικό”. Η “θέωση”, ως “σημείο τομής” της προσωπικής και της συλλογικής “θεώσεως”, το οποίο επιτυγχάνεται κατά τη “Θεία Λειτουργία”, πα­ραμένει απλώς “πρόγευση των εσχάτων”. Η “ολοκληρωμένη” και “οριστική” θέωση θα πραγματοποιηθεί όταν έλθει το “πλήρωμα του χρόνου”. Όταν θα έχει αποπε­ρατωθεί η πραγματοποίηση του “θεϊκού σχεδίου”.

Προσπάθησα να παρουσιάσω στην Έκλειψη του Υποκειμένου μια εκλογικευμένη δια­τύπωση του προσωποκεντρικού χρόνου, ως τρισδιάστατου “σπειροειδούς-κυλινδρι­κού” συνεχούς, αλλά, ενώ τυπικά μου φαίνεται σωστή, δεν νομίζω ότι βοηθά ιδιαί­τερα στην κατανόηση. Ουσιαστικά, δεν ξέρουμε πώς βιώνει και πώς αντιλαμβάνεται τον χρόνο το Πρόσωπο. Ίσως μπορούμε να μαντέψουμε τι σημαίνει στερεομετρικός χρόνος (ατομικός-συλλογικός “συγχρόνως”), αν σκεφθούμε α) ότι μιλάμε για ταυτό­χρονη εξέλιξη-προκοπή και στο υπαρξιακό και στο ιστορικό πεδίο, β) ότι η “πηγή της ροής” του χρόνου βρίσκεται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν και γ) ότι το εί­δος της προσωπικής ενέργειας που την “παράγει” είναι η αμερόληπτη Αγάπη. Με άλ­λα λόγια: είναι ο χρόνος του ανθρώπου, ο οποίος αγαπά με τον τρόπο που αγαπά ο τριαδικός Θεός. Οι διατυπώσεις αυτές και πάλι δεν λένε πολλά πράγματα. Υποθέ­τουμε ότι η κατανόηση είναι δύσκολη επειδή όλα αυτά αντιστοιχούν σε εμπειρίες μιας ανθρωπολογικής βαθμίδας και ενός πολιτισμού ανώτερου από τον δικό μας.


Ο νεωτερικός μεσσιανισμός

http://e-parembasis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_2177.html

Πολιτικός μεσσιανισμός



Το 1848 εκδίδεται στο Λονδίνο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο,όπου περιγράφονται γλαφυρά οι συνθήκες διαβίωσης των τάξεων που υφίστανται εκμετάλλευση και έχουν «εμπορευματοποιηθεί». Ο μαρξισμός διατυπώνει το όνειρο μιας τέλειας κοινωνίας, κοινής για όλους τους ανθρώπους. Η ανάλυση των κοινωνιών του παρελθόντος στηρίζεται στην υπόθεση ότι η πάλη των τάξεων είναι η μοναδική μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης που χαρακτηρίζει την ιστορία της ανθρωπότητας: το ποιος θα αρπάξει την εξουσία και θα τη χρησιμοποιήσει για να εκμεταλλευτεί τον άλλο. Τίποτα δεν είναι κοινά «ανθρώπινο» σε όλα τα μέλη μιας κοινωνίας· όλα ανήκουν στο ένα ή στο άλλο μαχόμενο στρατόπεδο. Δεν υπάρχει καμιά οικουμενική κατηγορία: ούτε η ηθική, ούτε οι ιδέες, ούτε ο πολιτισμός. Καμιά θρησκεία, καμιά παράδοση (όπως η οικογένεια και η ιδιοκτησία) δεν είναι απαλλαγμένη από την ταξική της προέλευση. Με αυτόν τον τρόπο, από τη μια πλευρά καταργείται η «αντικειμενική» πραγματικότητα (εφόσον η αντίληψή της είναι ταξική) κι από την άλλη επιβάλλεται: «αντικειμενική» είναι η πραγματικότητα της εργατικής τάξης την οποία υποτίθεται ότι βλέπουν όλοι οι εργάτες. Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη. Πρόκειται για μια μορφή «νατουραλισμού» όπου ο άνθρωπος είναι κοινωνικό προϊόν, προϊόν της κοινωνικής του τάξης, με ιδιότητες και βούληση που διαμορφώνονται αποκλειστικά από το κοινωνικό του περιβάλλον.


Αυτή η καινούργια φάση του μεσσιανισμού εκτυλίσσεται σε μια εποχή θαυμασμού για τα επιτεύγματα της επιστήμης που προβάλλει η βιομηχανική επανάσταση. Έτσι θα γεννηθεί ένα δόγμα, ο επιστημονισμός, που δεν πρέπει να τον συγχέουμε με την επιστήμη - είναι αντίθετος προς το πνεύμα της. Σύμφωνα με τον επιστημονισμό μπορούμε να γνωρίσουμε πλήρως τον κόσμο, άρα, μπορούμε να τον συμμορφώσουμε σε κάποιο ιδεώδες. Αυτό το ιδεώδες, αντί να επιλεγεί ελεύθερα, απορρέει από την ίδια τη γνώση. Άρα, και πάλι, η αλήθεια είναι μία και μοναδική – όποιος δεν την αποδέχεται σφάλλει.


Αυτή η θεώρηση του κόσμου θα επεκταθεί από την αδρανή ύλη - αντικείμενο της φυσικής- στην ανθρώπινη ιστορία και την κοινωνιολογία. Ο Κοντορσέ βρίσκει νόημα στην εξέλιξη της Ιστορίας: η Ιστορία οδηγεί στην τελειοποίηση του ανθρωπίνου είδους. Το ότι οι δυναστευτικές κυβερνήσεις και οι ιερείς βλέπουν τη δύναμή τους να εξασθενεί είναι η απόδειξη της αναπόφευκτης προόδου: η πορεία της Ιστορίας μάς φέρνει αναγκαστικά κοντά στο αγαθό. Κάτι παρόμοιο υπονοεί η φράση του Χέγκελ για «το δικαστήριο της ιστορίας», για το ότι η ιστορία θεμελιώνει ένα είδος δικαίου -λες και η νίκη του ισχυροτέρου είναι αναγκαστικά αυτή του δικαιοτέρου. Θα την υιοθετήσουν οι οπαδοί του Χέγκελ, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Μαρξ. Ωστόσο, η λέξη «δικαστήριο» σ’ αυτή τη φράση δεν έχει στενότερη σχέση με τη δικαιοσύνη από ό,τι η λέξη «δίκαιο» στο «δίκαιο του ισχυροτέρου» ή η λέξη νόμος στο «ο νόμος της ζούγκλας»…




Όπως όλοι οι μεσσιανισμοί, ο κομμουνισμός θα υπερασπιστεί την ιδέα ότι η ιστορία έχει προκαθορισμένη και αμετάβλητη κατεύθυνση. Και έτσι, θα νομιμοποιήσει τη δράση του. Αναγνωρίζουμε εδώ τον ρόλο που δίνει η χριστιανική θρησκεία στη Θεία Πρόνοια, μόνο που τώρα δεν αρκεί πια να διαβάσουμε τα ιερά κείμενα αλλά πρέπει να συγκροτήσουμε τους νόμους της ιστορίας με επιστημονικό τρόπο. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι κομμουνιστές αρνούνται ότι η ανάλυση και το σχέδιό τους στηρίζονται σε υποθέσεις που μπορεί να αμφισβητηθούν· παρουσιάζουν τα γεγονότα ως ακλόνητα: «Οι θεωρητικές προτάσεις των κομμουνιστών, διαβάζουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είναι απλώς η γενική έκφραση των πραγματικών σχέσεων μιας ταξικής πάλης που υπάρχει».[9] Μια φράση του Λένιν που είναι χαραγμένη στο μνημείο του Μαρξ στη Μόσχα, συνοψίζει αυτή την ιδέα: «Ο μαρξισμός είναι πανίσχυρος επειδή είναι αληθινός». Λόγω αυτού του αξιώματος οι Μαρξ και Ένγκελς είναι αδιάλλακτοι απέναντι σε κάθε αποκλίνουσα γνώμη: η απόκλιση δεν είναι μόνο πολιτικά ακατάλληλη, αλλά εσφαλμένη – άρα, ανάξια προσοχής.


Ο προβλεπόμενος στόχος της μαρξιστικής «επιστήμης» είναι η εξαφάνιση κάθε διαφοράς μεταξύ ανθρώπινων ομάδων, εφόσον κάθε διαφορά θεωρείται ως πηγή σύγκρουσης και τελικά ως μάχη μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό πρέπει να καταργηθεί η ιδιοκτησία και να συγκεντρωθούν όλα τα όργανα παραγωγής στα χέρια του Κράτους. Όσοι αντιστέκονται θα εξολοθρευτούν, όπως η μπουρζουαζία τα συμφέροντα της οποίας την οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση – συνεπώς πρέπει να «καταργηθεί» ο αστός ιδιοκτήτης. Τα ακριβή μέτρα αυτής της εξάλειψης δεν περιγράφονται, αλλά το Μανιφέστο παραδέχεται ότι θα είναι αναγκαίες «δεσποτικές παρεμβάσεις», αφού οι επιδιωκόμενοι σκοποί δεν μπορούν να «επιτευχθούν παρά μόνο με τη βίαιη ανατροπή κάθε κοινωνικής τάξης του παρελθόντος»[10]. Η φυσική εξάλειψη της μπουρζουαζίας ως τάξης είναι λοιπόν μέρος του προγράμματος. Οπωσδήποτε, η μετατροπή της κοινωνίας, που οραματίζεται το Μανιφέστο, είναι τόσο ριζική -κατάργηση της ιδιοκτησίας, εξαφάνιση των τάξεων- που φαίνεται αδιανόητο να πραγματοποιηθεί χωρίς να χυθεί αίμα.


Ο μαρξισμός δεν είναι μόνο μια ντετερμινιστική θεωρία, είναι ταυτοχρόνως ένας αδιάλλακτος βολονταρισμός. Η ένωση αυτών των δύο φαινομενικά αντιφατικών χαρακτηριστικών διευκρινίζεται από το περίφημο μαρξιστικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο «η ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση». Η συνείδηση, άρα και η βούληση των ατόμων, είναι βέβαιο ότι δρα στην κατεύθυνση που προβλέπεται από τους νόμους της ιστορίας εφόσον είναι προϊόν τους.


Ο Λένιν, χωρίς να το ομολογεί, αντέστρεψε την μαρξιστική θεωρία, υποστηρίζοντας ότι μια πεφωτισμένη ελίτ μπορεί να αναγνωρίσει την επιθυμητή πορεία της ιστορίας (με άλλα λόγια: τους δρόμους της Θείας Πρόνοιας) και, με τη δράση της, να προκαλέσει τα κατάλληλα γεγονότα. Σύμφωνα με τους μαρξιστικούς νόμους της ιστορίας, η επανάσταση έπρεπε να προηγηθεί σε μια βιομηχανοποιημένη χώρα. Η Ρωσία είναι μια καθυστερημένη και αγροτική χώρα, αλλά διαθέτει το πιο μαχητικό κόμμα: να λοιπόν από πού πρέπει να αρχίσει η παγκόσμια επανάσταση. Η μάχη θα

διεξαχθεί στο εξής όχι από τους ίδιους τους προλετάριους αλλά από το κόμμα, που αποτελείται από επαγγελματίες επαναστάτες προερχόμενους από την αστική τάξη κι από την διανόηση, αφοσιωμένους ψυχή τε και σώματι στον επαναστατικό σκοπό.





http://www.bookpress.gr/stiles/pillow-books/messianisme



Giorgio Agamben, H Kοινότητα που Έρχεται, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι 2007, εισαγωγή-μετάφραση Θάνος Ζαρταλούδης

Σήμερα, στην εποχή του απόλυτου θριάμβου του θεάματος, τί θα μπορούσε να καλλιεργηθεί περαιτέρω από την κληρονομιά του Debord; Είναι ξεκάθαρο ότι το θέαμα είναι η γλώσσα, η καθ'αυτή επικοινωνησιμότητα ή αλλιώς το γλωσσικό είναι των ανθρώπων. Τούτο σημαίνει πως μία πιο πλήρης μαρξική ανάλυση θα πρέπει να αναλογιστεί το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ή όποιο άλλο όνομα θέλει κανείς να προσδώσει στη σύγχρονη διαδικασία που κυριαρχεί στην παγκόσμια ιστορία) κατευθύνθηκε όχι μόνο προς την εκποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά επίσης, και κυρίως, προς την αποξένωση της γλώσσας καθ'αυτής, την αλλοτρίωση της ίδιας της επικοινωνιακής και γλωσσικής φύσης των ανθρώπων, τον λόγο, τον οποίο ένα από τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου ταύτισε με το κοινόν (ξυνόν). Η ακραία μορφή αυτής της εκποίησης του κοινού είναι το θέαμα, δηλαδή, η πολιτική στην οποία ζούμε. Αλλά αυτό σημαίνει, επίσης, πως στο θέαμα η ίδια μας η γλωσσική φύση επιστρέφει σε εμάς ανεστραμμένη (ως μη ανήκουσα). Τούτος είναι ο λόγος (ακριβώς διότι αυτό το οποίο εκποιείται είναι η ίδια η δυνατότητα ενός κοινού καλού) που η βία του θεάματος είναι τόσο καταστροφική. Αλλά για τον ίδιο αυτό λόγο το θέαμα διατηρεί κάτι σαν μία θετική δυνατότητα εντός του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

...μετά την περσινή σαιζόν, που η κεντρική μας κατεύθυνση ήταν το : "Who Can Speak?" Επιστροφή στην προετοιμασία του Υλικού των...